✍️ «Όχι άλλες χαμένες ευκαιρίες στην ενέργεια για την Ελλάδα και την Ευρώπη», άρθρο μου στο αφιέρωμα του energypress για την ενέργεια (22.12.2025)

Το 2025, η Ευρώπη μπήκε σε μια διαδικασία σταδιακού επαναπροσδιορισμού φαινομενικά αντίρροπων προτεραιοτήτων. Για πολλά χρόνια, η ΕΕ ορθώς προώθησε τη πράσινη μετάβαση, θέτοντας τον στόχο της αειφορίας ως απόλυτη προτεραιότητα. Δυστυχώς όμως, παρέλειψε να προωθήσει εξίσου τους στόχους της ενεργειακής της Ασφάλειας και της Ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της, καθώς και για αποδεκτές τιμές ενέργειας για τα νοικοκυριά.

Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών ορυκτών καυσίμων και Ορυκτών Πρώτων Υλών παραμελήθηκε, την ίδια στιγμή που η εξάρτηση στο ρωσικό φυσικό αέριο και τις κινεζικές πρώτες ύλες και τεχνολογίες αύξανε δραματικά. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της σωστά ευνόησαν τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, δυστυχώς όμως, τη συνόδευσαν από ταχεία κατάργηση των Μονάδων Βάσης του ηλεκτρικού συστήματος, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τον λιγνίτη στην Ελλάδα και τα πυρηνικά στη Γερμανία, με απουσία οποιασδήποτε στοιχειώδους προετοιμασίας. Δεν κατάφεραν δηλαδή η αγορά ηλεκτρισμού να επιτρέψει στις φθηνές ΑΠΕ να αντικατοπτρίζονται στα τιμολόγια και να τα επηρεάζουν.

Ως αποτέλεσμα, το 2024 οι τιμές της βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ ανήλθαν σε 199 EUR ανά ΜWh, έναντι 82 EUR στην Κίνα και 75 EUR στις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα 47 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πλήττονται από την ενεργειακή φτώχεια και τις αυξανόμενες ανισότητες των τιμών. Στην Ελλάδα, το 19% των οικογενειών δεν μπορούν να ζεστάνουν επαρκώς το σπίτι τους, ποσοστό που ξεπερνάει το 27% για μονογονεϊκές οικογένειες με ένα παιδί, οικογένειες δυο παιδιών και άτομα άνω των 65 που ζουν μόνα τους!

Παρά τις φωνές μειοψηφίας πολλών από εμάς στην ΕΕ και την Ελλάδα, που έθεσαν εγκαίρως αυτή την προβληματική, αλλά και σημαντικών προτάσεων σε Εκθέσεις όπως των Draghi και Leta, ήταν ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, η δραστική αλλαγή διεθνούς πολιτικής ασφάλειας και εμπορίου των ΗΠΑ και η δυσμενής οικονομική (πληθωρισμός, χαμηλή ανάπτυξη, αποβιομηχάνιση) και πολιτική (άνοδος αντιευρωπαϊκών και λαϊκίστικων δυνάμεων) κατάσταση στην Ευρώπη που οδήγησαν τη διαδικασία αλλαγής παραδείγματος.

Πολλές από τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες του 2025 που καθορίζουν και το 2026, όπως η Συμφωνία για την Καθαρή Βιομηχανία, το Σχέδιο Δράσης για Οικονομικά Προσιτή Ενέργεια και o Κανονισμός για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, σε μεγάλο βαθμό  εξηγούνται ως μέτρα αντιστροφής αυτής της καταστροφικής για την Ευρώπη πολιτικής.

Η μεγάλη προσδοκία για την ΕΕ το 2026 είναι να προχωρήσει ταχύτερα στην υλοποίηση πολιτικών που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού της, παράλληλα με την ενεργειακή μετάβαση. Στα Δίκτυα, η Επιτροπή έχει προσδιορίσει τις επενδυτικές ανάγκες σε 1,2 τρισεκατομμύρια EUR έως το 2040 για τα Δίκτυα Ηλεκτρικής Ενέργειας, εκ των οποίων 730 δισεκατομμύρια μόνο για τα Δίκτυα Διανομής και 240 δισεκατομμύρια για τα Δίκτυα Υδρογόνου. Δεδομένου ότι το ύψος των επενδύσεων δεν είναι η μοναδική πρόκληση, το Grids Package πρέπει να οδηγήσει στη θεσμοθέτηση καλύτερου σχεδιασμού διασυνοριακών ενεργειακών υποδομών, επιτάχυνση της αδειοδότησης, και αποτελεσματικότερου επιμερισμού κόστους – οφέλους διασυνοριακών έργων.

Θετικό γεγονός αποτελεί ότι στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF) 2028-2034, η Επιτροπή πρότεινε πενταπλάσια αύξηση του προϋπολογισμού για την Ενέργεια, από 5,8 δισ. ευρώ σε 29,91 δισ. ευρώ. Το θέμα αυτό θα εξειδικευθεί περαιτέρω στον Κανονισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF), στον οποίο έχω την τιμή να είμαι ο Εισηγητής της Ομάδας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Στις απαραίτητες, για Στρατηγική Αυτονομία και Ενεργειακή και Ψηφιακή Μετάβαση, πρώτες ύλες, η ΕΕ πρέπει να μεταφέρει, όλες τις θετικές εμπειρίες του REPowerEU, ενώ η Ελλάδα πρέπει επιτέλους να δώσει στον κλάδο την προτεραιότητα που του αναλογεί. Η Ανακοίνωση της Επιτροπής, στις 3 Δεκεμβρίου, για το RESourceEU αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, περιλαμβάνοντας τη δημιουργία ενός μηχανισμού ύψους 3 δισ. ευρώ για τη στήριξη στρατηγικών έργων, την απλούστευση της αδειοδότησης κρίσιμων ορυκτών και  τη δημιουργία μηχανισμών διαφανούς τιμολόγησης και στήριξης της ρευστότητας.

Αντίθετα, μεγάλη ανησυχία δημιουργούν δύο πιθανές αποτυχίες της ΕΕ:

α) να αντικαταστήσει την υπερβολική εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο με αμερικανικό LNG, ή/ και κινεζικές πράσινες τεχνολογίες και πρώτες ύλες, δηλαδή να αποτύχει να μειώσει την εξωτερική της εξάρτηση και να διαφοροποιήσει τον κατάλογο προμηθευτών και

β) να μην καταφέρει να κινητοποιήσει τους τεράστιους πόρους που χρειάζονται  για την υλοποίηση των στόχων σε ενέργεια και κλίμα. Η Επιτροπή υπολογίζει ότι η ΕΕ θα χρειαστεί να κινητοποιεί πάνω από 660 δισ. EUR ετησίως μεταξύ των ετών 2026 και 2030 και 695 δισ. ετησίως από το 2031 έως το 2040 για επενδύσεις σχετικές με την ενέργεια.

Για την Ελλάδα, τρεις είναι οι κρισιμότερες προκλήσεις για το 2026.

Πρώτον να επιτύχει να συν-διαμορφώσει τις παραπάνω ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες προς όφελός της. Να δημιουργήσει, για παράδειγμα, προϋποθέσεις αυξημένων επενδύσεων στα δίκτυα της ΝΑ Ευρώπης και καλύτερης ρυθμιστικής εποπτείας της αγοράς ηλεκτρισμού, μέσω του Grids Package και της Λευκής Βίβλου για τον Ηλεκτρισμό αντίστοιχα. Επίσης, να καταφέρει να στρέψει τη προσοχή της ΕΕ στη Μεσόγειο, σε μια εποχή που η ανατολική Ευρώπη μονοπωλεί το ενδιαφέρον.

Δεύτερον, η κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να υλοποιήσει πολυετείς εθνικές στρατηγικές που τα περασμένα χρόνια παραμέλησε. Ευτυχώς, μετά από παλινωδίες ετών και σε μεγάλο βαθμό λόγω αλλαγής των διεθνών δεδομένων, η κυβέρνηση επανεκκίνησε δυο από τις μεγαλύτερες στρατηγικές μας στοχεύσεις της περιόδου 2010-2014, τον Κάθετο Διάδρομο (Vertical Corridor) και το εθνικό Πρόγραμμα Υδρογονανθράκων. Η απόφαση της ΕΕ να απεξαρτηθεί από τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ υπέρ των υδρογονανθράκων, δημιουργεί μια τεράστια ευκαιρία για την Ελλάδα, αλλά και μια βαριά ιστορική ευθύνη υλοποίησης του Κάθετου Διαδρόμου (που βασίζεται στη πρώτη Συμφωνία που υπέγραψα με τους ομολόγους μου Υπουργούς Ενέργειας Βουλγαρίας και Ρουμανίας το 2014) για τη σημερινή και τις επόμενες Κυβερνήσεις.

Αντίστοιχα, στους υδρογονάνθρακες η κυβέρνηση οφείλει να πάει πέρα από το αυτονόητο (ευτυχώς ήδη σταμάτησε τις δηλώσεις εναντίον των υδρογοναθράκων και προχώρησε άμεσα σε Διεθνή Διαγωνισμό μετά από αίτημα της Chevron) και να άρει όλες τις αιτίες που οδήγησαν προηγούμενους επενδυτές, όπως την Total και τη Repsol, σε φυγή από τη χώρα μας. Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία της Ελλάδας να πετύχει σε έναν εθνικό στόχο, που η κυβέρνηση καθυστέρησε για μια εξαετία.

Τρίτον, το 2026 να υλοποιηθούν ταχύτερα πολιτικές που θα μειώσουν το ενεργειακό κόστος νοικοκυριών και επιχειρήσεων (μέσα και από την ουσιαστική στήριξη των Ενεργειακών Κοινοτήτων) και ταυτόχρονα θα ευνοήσουν το εγχώριο κατασκευαστικό έργο, με κυριότερο παράδειγμα την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Δυστυχώς, η καθυστέρηση υλοποίησης πολλών Προγραμμάτων, που σε κάποιες περιπτώσεις οδήγησε σε απένταξή τους από το Ταμείο Ανάκαμψης, δεν μας επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία.

Δείτε το άρθρο ΕΔΩ