- Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπαίνει το 2026 σε κρίσιμη φάση υλοποίησης της Πράσινης Συμφωνίας. Ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ενεργειακή μετάβαση και πώς μπορεί η ΕΕ να διασφαλίσει ότι θα είναι κοινωνικά δίκαιη;
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο, που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση φαινομενικά αντίρροπων προτεραιοτήτων. Για χρόνια, η ΕΕ ορθώς προώθησε την πράσινη μετάβαση, δυστυχώς όμως, παρέλειψε να προωθήσει εξίσου την ενεργειακή της ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που κανονικά θα έπρεπε να ευνοηθούν από την υλοποίηση μιας τόσο φιλόδοξης κλιματικής στρατηγικής, όπως η Πράσινη Συμφωνία (π.χ. επιχειρήσεις παραγωγής πράσινων τεχνολογιών, κλάδος εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών για τη μετάβαση). Το μεγάλο διακύβευμα, λοιπόν, για το 2026 είναι η ταυτόχρονη προώθηση των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας, με την περαιτέρω μείωση της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές ενέργειας, τεχνολογιών και πράσινων προϊόντων και κυρίως τη βελτίωση της οικονομικότητας, εκφραζόμενη ως μόνιμη και συστηματική μείωση τιμών ενέργειας. Για παράδειγμα, το φθηνό μεταβλητό κόστος των Μονάδων παραγωγής ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει επιτέλους να μεταφραστεί σε μειωμένα τιμολόγια ενέργειας. Επίσης, η μετάβαση σε τεχνολογίες χαμηλών ρύπων, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα στις μεταφορές, οι αντλίες θερμότητας στα κτήρια και τα φωτοβολταϊκά στην ηλεκτροπαραγωγή, πρέπει να συνεπάγονται κατασκευαστικό έργο για την Ευρώπη και βεβαίως και για ελληνικές επιχειρήσεις, δηλαδή θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ. Μόνο έτσι η Πράσινη Συμφωνία θα γίνει και κοινωνικά δίκαιη, όταν δηλαδή επιτραπεί στους ευρωπαίους πολίτες και επιχειρήσεις να γίνουν πραγματικοί μέτοχοι της υλοποίησής της.
- Μετά τις ενεργειακές κρίσεις των προηγούμενων ετών, ποιος είναι ο ρόλος της ενεργειακής αυτονομίας της ΕΕ το 2026 και πώς μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ναυπονομευθούνοι περιβαλλοντικοί στόχοι;
Οι ενεργειακές κρίσεις ανέδειξαν την υπερφίαλη πολιτική των τελευταίων ετών. Η Ευρώπη έθετε στόχους και αγνοούσε τόσο τα μέσα επίτευξής τους, όσο και την ίδια την ενεργειακή πραγματικότητα. Για παράδειγμα, παρότι ήταν ορθό (με κριτήρια την αειφορία, αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια) να αυξήσουμε την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ), η ΕΕ απέτυχε, μέσω των ΑΠΕ, να μειώσει το κόστος ενέργειας και να βελτιώσει την αυτονομία της. Αυτό συνέβη γιατί η μεγάλη παραγωγή ΑΠΕ απαιτεί την εγχώρια ανάπτυξη και κατασκευή πράσινων τεχνολογιών, αλλά και την διαχείριση της ζήτησης και προσφοράς στο ηλεκτρικό σύστημα, μέσω αποθήκευσης και υπηρεσιών εξισορρόπησης. Η ΕΕ και η Ελλάδα, αντί να ευνοήσουν την ανάπτυξη εγχώριων πράσινων τεχνολογιών, βασίστηκαν στην εισαγωγή τους από την Κίνα (π.χ. μπαταρίες, φωτοβολταϊκά), ενώ για την εξισορρόπηση του συστήματος βασίστηκαν στο ακριβό εισαγόμενο φυσικό αέριο και όχι στην αποθήκευση, τα εκτεταμένα δίκτυα και τους έξυπνους μετρητές. Για το 2026, για να βελτιώσουμε ταυτόχρονα ενεργειακή αυτονομία και αειφορία, χρειάζεται να βελτιώσουμε την ασφάλεια εφοδιασμού σε φυσικό αέριο και κρίσιμες για τη μετάβαση ορυκτές πρώτες ύλες και τεχνολογίες, να αναπτύξουμε τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και τις διεθνείς διασυνδέσεις της χώρας, την αποθήκευση και το υδρογόνο και να βελτιώσουμε θεσμικά το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, μεταξύ άλλων, και ως προς τη διαχείριση της ζήτησης.
- Πώς αξιολογείτε τη συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των νέων τεχνολογιών (όπως το υδρογόνο και η αποθήκευση ενέργειας) στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα του 2026;
Είναι γεγονός ότι η Ευρώπη και η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επιτάχυναν κατά πολύ τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως στην ηλεκτροπαραγωγή. Αυτό είναι αναμφίβολα θετικό γεγονός, ικανό να μειώσει τις εκπομπές ρύπων, να βελτιώσει την αυτονομία μας και υπό προϋποθέσεις να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά μας (αν λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα για τη μείωση των τιμών). Ταυτόχρονα όμως, η ΕΕ και η Ελλάδα δεν μπορούν να επιδείξουν ανάλογες επιτυχίες στην χρήση ανανεώσιμης ενέργειας στις οδικές, θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές, με σημαντική, δηλαδή, χρήση βιοκαυσίμων, συνθετικών καυσίμων και υδρογόνου (ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε τομέα) και στη βιομηχανία (υδρογόνο). Δεδομένου ότι ουσιαστικά οι επιχειρήσεις δημιουργούν νέες αγορές (π.χ. στο υδρογόνο), υπάρχουν πολλαπλές ανασφάλειες για τους επενδυτές (τεχνικές, οικονομικές, ρυθμιστικές), τις οποίες το κράτος πρέπει να περιορίσει δημιουργώντας ένα μακροχρόνια σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, προσφέροντας νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και ευνοώντας την έρευνα και την καινοτομία.
- Τι ευκαιρίες αλλά και τι κινδύνους βλέπετε για χώρες όπως η Ελλάδα μέσα στο νέο ευρωπαϊκό ενεργειακό και περιβαλλοντικό πλαίσιο που διαμορφώνεται για το 2026;
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η ενέργεια να εξακολουθήσει να αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη της οικονομίας και την ευημερία των απλών πολιτών. Η πληθωριστική κρίση που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια, που διάβρωσε τα εισοδήματα των πολιτών και την βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, είχε σημείο εκκίνησης το υψηλό κόστος ενέργειας. Δεδομένου ότι η ενέργεια είναι η βάση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας, όταν το κόστος της αυξάνει ραγδαία σε μια οικονομία, που η κυβέρνησή της δεν καταφέρνει να επιβλέψει τον ανταγωνισμό στους διάφορους κλάδους της, τότε η ακρίβεια γίνεται μια γενικευμένη ανατροφοδοτούμενη μόνιμη πραγματικότητα που πλήττει ασύμμετρα τους φτωχότερους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις. Οι μεγάλες ευκαιρίες για την Ελλάδα στην ενέργεια το 2026 είναι η αξιοποίηση των εγχώριων πηγών ενέργειας, όπως οι υδρογονάνθρακες που τόσο καθυστέρησε η κυβέρνηση από το 2019, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου μας και η ανάδειξη ενός ισχυρού κλάδου επεξεργασίας και ανακύκλωσης των μεταλλευμάτων της μετάβασης, η υλοποίηση των μεγάλων διασυνδέσεων ενέργειας με κυριότερες τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου και την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο, αλλά και η δημιουργία εθνικού εισοδήματος, με στοχευμένες πράσινες παρεμβάσεις. Για παράδειγμα, οι ανακαινίσεις κτηρίων (θερμομονώσεις) και η τοποθέτηση ηλιακών θερμικών (που κατασκευάζονται από ελληνικές επιχειρήσεις), σε αντίθεση με την τοποθέτηση αντλιών ενέργειας, προκαλούν μεγάλα πολλαπλασιαστικά οφέλη για το ΑΕΠ, τα δημόσια έσοδα και την απασχόληση, όπως έδειξε πρόσφατη Μελέτη του ΙΟΒΕ. Η στοχευμένη βελτίωση, λοιπόν, της ενεργειακής απόδοσης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις αποτελεί τη μεγάλη μας ευκαιρία.

