Τις τελευταίες δυο εβδομάδες τα μέσα ενημέρωσης κατακλύζονται από δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και πολιτευτών της Νέας Δημοκρατίας που προσπαθούν να μας πείσουν για τις δήθεν μεγάλες επιτυχίες της κυβέρνησης στην ενεργειακή πολιτική, οι οποίες λέγεται μάλιστα ότι αποτελούν αποτέλεσμα συνεκτικής δουλειάς και οραματικής ηγεσίας του Πρωθυπουργού.
Θα επιχειρήσω μια σύντομη ανασκόπηση των πρόσφατων ενεργειακών εξελίξεων με στόχο να διαφωτίσω όψεις που η κυβέρνηση συνειδητά κρατά στην αφάνεια του δημόσιου διαλόγου. Στη κριτική μου, θα αναγνωρίσω μόνο ένα «ελαφρυντικό», η μη ικανοποιητική διαχείριση του οποίου αποτελεί κατά τη γνώμη και την κορυφαία αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής: τα ζητήματα της ενέργειας είναι εξαιρετικά περίπλοκα και διασυνδέονται ποικιλοτρόπως με άλλα πεδία πολιτικής, όπως η Κοινωνική Δικαιοσύνη (ενεργειακή φτώχεια, ενεργειακή μετάβαση στη Δ. Μακεδονία και την Αρκαδία), η Ανταγωνιστικότητα και οι Επενδύσεις (τιμές ενέργειας), η Αυτονομία της χώρας (παραγωγή πρώτων υλών και τεχνολογιών εντός Ελλάδας), η Γεωπολιτική (διπλωματία των αγωγών) και η Ανθεκτικότητα (από τις κλιματικές καταστροφές). Δυστυχώς όταν δεν υπάρχει πραγματική οραματική ηγεσία, ικανή να συνδυάσει αρμονικά τους επιμέρους τομείς, ή ακόμα χειρότερα, όταν ο ενεργειακός σχεδιασμός βασίζεται σε ευκαιριακές κωλοτούμπες, τότε οι προβαλλόμενες «επιτυχίες» έχουν μόνο επικοινωνιακή διάσταση και όχι πραγματικό αντίκρισμα.
Εντός του 2025 η Chevron ζήτησε και τελικά φαίνεται ότι θα αναλάβει τις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης. Πρόσφατα, επίσης, η Exxon συμφώνησε με την Energean και την Helleniq Energy να συμμετέχει στην Κοινοπραξία, που καθώς φαίνεται θα προχωρήσει σε ερευνητική γεώτρηση στο Μπλοκ 2 (λόγω της συμμετοχής της Exxon). Προφανώς, αυτές είναι θετικές εξελίξεις, οι οποίες βέβαια βασίζονται σε ενδιαφέρον της ίδιας της εταιρείας στη πρώτη περίπτωση και σε εταιρική συμφωνία στη δεύτερη. Σε καμία από τις δυο περιπτώσεις δεν ήταν η κυβέρνηση αυτή που είχε την πρωτοβουλία, καθώς δεν προκήρυξε κάποιο διαγωνισμό, πριν η Chevron εκφράσει το ενδιαφέρον της, και δεν ανέλαβε κάποια δράση επίλυσης των χρόνιων ζητημάτων που επί των ημερών της έδιωξαν την Total από τη περιοχή νοτίως της Κρήτης. Εκτός εάν λογίζεται ως κυβερνητική επιτυχία, η αυτονόητη επιλογή του Πρωθυπουργού, μετά την εκλογή Τραμπ, να σταματήσει τις αρνητικές δημόσιες τοποθετήσεις, όπως εκείνη από το βήμα του ΟΗΕ το 2021, που χαρακτήριζε το φυσικό αέριο “μορφή ενέργειας του παρελθόντος” και ουσιαστικά αναιρούσε την έως τότε εθνική προσπάθεια.
Για να ακριβολογούμε, όλο το Πρόγραμμα υδρογονανθράκων, συμπεριλαμβανομένων των τελευταίων εξελίξεων, βασίζεται στο Ν. 4001/2011, τις σεισμικές έρευνες του 2012-2013 και τους δυο μεγάλους Διαγωνισμούς του 2014, δηλαδή σε έργο της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου και της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, με Αντιπρόεδρο και ΥΠΕΞ τον Ε. Βενιζέλο.
Πρόσφατα, με αφορμή την διοργάνωση των συναντήσεων του P-TEC στην Αθήνα, μιας αμερικανικής σύλληψης και υλοποίησης σημαντικής περιφερειακής συνεργασίας, όπως γίνεται κάθε χρόνο σε κάποια πρωτεύουσα της ΝΑ Ευρώπης (οι αμέσως προηγούμενες σε Ζάγκρεμπ, Βουκουρέστι, Βαρσοβία), συμμετείχαν σημαντικές αντιπροσωπείες κυβερνήσεων και εταιρειών και ολοκληρώθηκαν εταιρικές κυρίως συμφωνίες, όπως αυτή για την Atlantic SEE. Δυστυχώς, για άλλη μια φορά η κυβέρνηση επιχείρησε να καρπωθεί έργο 15 ετών, καθώς ο Κάθετος Διάδρομος ( Vertical Corridor), είναι μέρος ενός συνολικού σχεδιασμού που κάναμε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο οποίος περιλαμβάνει την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, τη δημιουργία υποδομών εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στο εθνικό σύστημα (αναβάθμιση Ρεβυθούσας, κατασκευή FSRU στην Αλεξανδρούπολη) και υποδομών διασύνδεσης της Ελλάδας με τρίτες χώρες (αγωγοί IGB, TAP, East Med).
Η λογική μας, όταν το σχεδιάζαμε το 2010-2014 και όταν υπέγραψα στις Βρυξέλλες τον Δεκέμβριο 2014 την πρώτη σχετική Συμφωνία με τους ομολόγους μου Βουλγαρίας και Ρουμανίας για τον Κάθετο Διάδρομο, ήταν η Ελλάδα ταυτόχρονα να παράγει και να αποτελεί την πύλη εισόδου φυσικού αερίου για τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης συμπεριλαμβανομένων των Δυτικών Βαλκανίων, της Μολδαβίας και της Ουκρανίας. Στόχος μας ήταν η χώρα μας να καρπωθεί τα οικονομικά οφέλη από την πώληση (δικών της) και την διαμετακόμιση (εισαγόμενων) ποσοτήτων φυσικού αερίου, αλλά και τα γεωπολιτικά κέρδη που συνεπάγεται η αυξημένη σημασία της σταθερότητας στο Αιγαίο για όλα τα κράτη εισαγωγής (όλη η ΝΑ Ευρώπη ως την Ουκρανία) και εξαγωγής φυσικού αερίου (ΗΠΑ, Κατάρ κτλ).
Προς τούτο, όλα τα παραπάνω έργα που αρκετά από αυτά έχουν ήδη υλοποιηθεί, εστωκαι με καθυστερήσεις, τα σχεδιάσαμε, τα μελετήσαμε και τα εντάξαμε για χρηματοδότηση στα ευρωπαϊκά Ταμεία PCIs, την περίοδο 2010-2014, ενώ το 2013 με προσωπική εισήγησή μου στη Διυπουργική Επιτροπή, τα εντάξαμε στις Ελληνικές Στρατηγικές Επενδύσεις. Σημειώνεται δε, ότι μια και πλέον δεκαετία μετά τη συμφωνία του 2014, ακόμα δεν έχουν επιλυθεί όλα τα προβλήματα του δικτύου αγωγών προς την Ουκρανία (Κάθετος Διάδρομος) και γι αυτό χρειαζόταν και τελικά υπογράφηκε με τις γνωστές κυβερνητικές επευφημίες, η Συμφωνία στο πλαίσιο του P-TEC.
Ταυτόχρονα όμως με τις παραπάνω επενδύσεις φυσικού αερίου, στον τομέα της Πράσινης Μετάβασης, ανεβάσαμε την Ελλάδα στην 3η καλύτερη θέση του κόσμου στην κατά κεφαλήν παραγωγή ενέργειας απο Φωτοβολταικά και στην 7η καλύτερη της ΕΕ, στην παραγωγή από Αιολικά.
Κλείνοντας την ανάλυσή μου, θα επικεντρωθώ σε μερικά λιγότερα «φανταχτερά», αλλά εξίσου σημαντικά θέματα της ενέργειας, που η κυβέρνηση “παραμελεί” επικοινωνιακά, γιατί δεν προσφέρονται πλέον για πανηγυρικές τοποθετήσεις. Η ταχεία από-λιγνιτοποίηση, χωρίς προηγούμενη ανάπτυξη δικτύων και αποθήκευσης, οδήγησε στις σημερινές απορρίψεις της πλεονάζουσας παραγωγής Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και ταυτόχρονα σε αύξηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, αφού βασιζόμαστε για την ηλεκτροπαραγωγή όλο και περισσότερο στο ακριβό εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Την ίδια ώρα, η φθηνή παραγωγή από υδροηλεκτρικά δεν αυξάνει, παρά τις επίσημες υποσχέσεις της κυβέρνησης για άμεση ολοκλήρωση του υδροηλεκτρικού έργου του φράγματος της Μεσοχώρας, που είχα ξεμπλοκάρει με τις Αποφάσεις για τα περιβαλλοντικά και τις Λεκάνες Απορροής Υδάτων, ήδη από το 2014!
Ταυτόχρονα, οι συμπολίτες μας στη Δυτική Μακεδονία μάταια αναμένουν την υλοποίηση του Σχεδίου Δίκαιης Μετάβασης, που είχε εξαγγείλει από την Κοζάνη ο Πρωθυπουργός το 2021, ύψους 7,5 δις, διαβεβαιώνοντας τότε ότι “ουδέποτε στην ιστορία οποιασδήποτε Περιφέρειας, έχουν κινητοποιηθεί τόσο γρήγορα, τόσοι πολλοί πόροι” και κάνοντας λόγο για “πρωτοφανές ποσό που έχει εξασφαλιστεί”. Σήμερα, μετά από 5 χρόνια, οι δεσμεύσεις (όχι βεβαίως οι υλοποιήσεις), δεν ξεπερνούν τα 1,96 δις.
Παράλληλα, η υλοποίηση σε δεκάδες Προγράμματα καθυστερεί αδικαιολόγητα με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Πρόγραμμα “Απόλλων”, για τις Ενεργειακές Κοινότητες, που πρόσφατα απεντάχθηκε από το Σχέδιο Ανάκαμψης και το Πρόγραμμα «Αλλάζω σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα», όπου η πολύμηνη κυβερνητική ολιγωρία έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ενεργειακή κατανάλωση φτωχών ελληνικών νοικοκυριών, που αναμένουν την εκτέλεση του προγράμματος για να αλλάξουν θερμοσίφωνα, αλλά και στις ελληνικές επιχειρήσεις και τους χιλιάδες σε αυτές εργαζόμενους, που βιώνουν ένα διαρκές «πάγωμα» της αγοράς.
Τέλος, παρά τα ισχυρά χτυπήματα της φύσης στους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας, με πλημμύρες και φωτιές, οι κυβερνητικές πολιτικές δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές κλιματικές ευπάθειες και κινδύνους, καθώς, όπως και στην περίπτωση του Προγράμματος Απόλλων, που αφορά πρωτίστως απλούς πολίτες αυτό-παραγωγούς ΑΠΕ, έτσι και τα «Περιφερειακά Κέντρα Πολιτικής Προστασίας», το εργαλείο βοήθειας της Πολιτείας στον απλό πολίτη, απεντάχθηκαν από το Σχέδιο Ανάκαμψης.
Καλό θα ήταν εφεξής, η κυβέρνηση αντί αυτοθαυμαζόμενη να προσπαθεί να σφετεριστεί έργα άλλων για την γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας, να απολογείται για τις δικές της αποτυχίες να αξιοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στη διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος της χώρας.


