Αγαπητές μαθήτριες, αγαπητοί μαθητές,
Aγαπητοί εκπαιδευτικοί,
Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση να συμμετέχω, έστω και από απόσταση, στη σημερινή σας ημερίδα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που το 2ο Γενικό Λύκειο Ιωαννίνων επιλέγει να συζητήσει για το περιβάλλον και τις πράσινες πόλεις. Και χαίρομαι ακόμη περισσότερο γιατί η συζήτηση αυτή δεν γίνεται αφηρημένα, αλλά σε μια πόλη που βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής προσπάθειας για πιο βιώσιμες, πιο έξυπνες και πιο ανθρώπινες πόλεις. Τα Ιωάννινα είναι μία από τις ελληνικές πόλεις που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή Αποστολή για τις «100 Κλιματικά Ουδέτερες και Έξυπνες Πόλεις έως το 2030». Αυτό σημαίνει ότι το θέμα μας δεν αφορά κάποιους άλλους. Αφορά και τη δική σας πόλη, τη δική σας καθημερινότητα, το δικό σας μέλλον.
Όταν μιλάμε για πράσινες πόλεις, δεν μιλάμε μόνο για περισσότερο πράσινο, αν και το πράσινο είναι απαραίτητο. Μιλάμε για πόλεις που μπορούν να αντέξουν τους καύσωνες, τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές και την πίεση της κλιματικής κρίσης. Μιλάμε για πόλεις με καλύτερες συγκοινωνίες, καθαρότερο αέρα, ασφαλέστερους δημόσιους χώρους, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, σύγχρονες υποδομές και περισσότερη ποιότητα ζωής. Μιλάμε, τελικά, για πόλεις που δεν εξαντλούν τον άνθρωπο, αλλά τον στηρίζουν. Και αυτή η συζήτηση είναι απολύτως ευρωπαϊκή, γιατί σχεδόν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζουν σε αστικές περιοχές και οι πόλεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εφαρμογής πολλών ευρωπαϊκών πολιτικών.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια, γιατί είναι ο θεσμός που μαζί με το Συμβούλιο θεσπίζει τους μεγάλους κανόνες, εγκρίνει κρίσιμη νομοθεσία, πιέζει για χρηματοδότηση και διαμορφώνει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται τα κράτη μέλη και οι τοπικές αρχές. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ευρωπαϊκός Κλιματικός Νόμος, που κατέστησε νομικά δεσμευτικό τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 και τον ενδιάμεσο στόχο της μείωσης των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030. Με άλλα λόγια, το Κοινοβούλιο μετατρέπει την κλιματική ουδετερότητα σε δεσμευτική ευρωπαϊκή κατεύθυνση.
Από εκεί και πέρα, το κρίσιμο ερώτημα είναι: Πώς φτάνει αυτή η μεγάλη ευρωπαϊκή απόφαση μέχρι τη γειτονιά, το σχολείο, την πλατεία και τον δήμο; Η απάντηση είναι ότι η Ευρώπη έχει αρχίσει να καταλαβαίνει κάτι πολύ ουσιαστικό: ότι χωρίς τις πόλεις, η πράσινη μετάβαση δεν θα πετύχει. Γι’ αυτό και, πέρα από τη νομοθεσία, έχει δημιουργήσει εργαλεία ειδικά για τις πόλεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Δεκέμβριο του 2025 μια νέα «Ατζέντα για τις Πόλεις», ενώ η πολιτική συνοχής της περιόδου 2021-2027 επενδύει πάνω από 100 δισεκατομμύρια ευρώ σε πόλεις και αστικές περιοχές. Παράλληλα, στο επόμενο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πλαίσιο 2028–2034, θα δημιουργηθεί μια νέα Πλατφόρμα Πόλεων (EU Cities Platform), η οποία θα φέρνει κοντά όλες τις πρωτοβουλίες στήριξης των πόλεων σε ένα κοινό σύστημα συνεργασίας. Στόχος είναι να γίνει πιο εύκολο για κάθε δήμο να βρίσκει λύσεις, πόρους και συνεργάτες, ενισχύοντας την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες προκλήσεις. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί δείχνει πως οι πόλεις αντιμετωπίζονται ως κεντρικό πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Ένα από τα πιο φιλόδοξα παραδείγματα είναι η ευρωπαϊκή Αποστολή για τις «100 Κλιματικά Ουδέτερες και Έξυπνες Πόλεις έως το 2030». Σήμερα μιλάμε πλέον για 112 πόλεις από την ΕΕ και συνδεδεμένες χώρες, οι οποίες λειτουργούν ως κόμβοι καινοτομίας. Η λογική αυτής της πρωτοβουλίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα: δεν καλεί απλώς τις πόλεις να βάλουν έναν γενικό στόχο. Ζητά να καταρτίσουν «Climate City Contracts», δηλαδή ένα συνολικό σχέδιο δεσμεύσεων, δράσεων και επενδύσεων, στους τομείς της ενέργειας, των κτιρίων, των μεταφορών και των αποβλήτων, συνδιαμορφώνεται με πολίτες και τοπικούς φορείς και στη συνέχεια μπορεί να λάβει το λεγόμενο Mission Label, ένα σήμα που βοηθά τις πόλεις να προσελκύσουν δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση. Άρα, η πράσινη πόλη δεν είναι ένα απλό σύνθημα. Είναι σχέδιο, συμμετοχή, επένδυση και λογοδοσία.
Για την Ελλάδα, αυτή η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί συμμετέχουν έξι πόλεις: η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Καλαμάτα, η Κοζάνη και τα Τρίκαλα. Η συμμετοχή αυτή δείχνει ότι υπάρχουν ελληνικές τοπικές αρχές που δεν περιμένουν, αλλά δουλεύουν ενεργά για να χτίσουν το μέλλον τους. Πρόκειται για ένα μήνυμα αισιοδοξίας, αλλά και ευθύνης, καθώς στόχος είναι να εμπνεύσουν κι άλλες ευρωπαϊκές πόλεις να επιτύχουν κλιματική ουδετερότητα έως το 2050.
Το δεύτερο σημαντικό παράδειγμα είναι το Σύμφωνο των Δημάρχων της ΕΕ για το Κλίμα και την Ενέργεια. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές κινήσεις τοπικής δράσης για το κλίμα και την ενέργεια. Οι δήμοι που συμμετέχουν δεσμεύονται εθελοντικά να μειώσουν εκπομπές, να χτίσουν ανθεκτικότητα και να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή φτώχεια στην περιοχή τους. Το σημαντικό εδώ είναι ότι η Ευρώπη δεν περιορίζεται σε μεγάλες πρωτεύουσες ή σε «πρωταθλητές» της καινοτομίας. Δίνει χώρο και σε μικρότερους δήμους να αποκτήσουν σχέδιο, τεχνογνωσία και ευρωπαϊκή δικτύωση. Αυτό είναι κρίσιμο για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η τοπική αυτοδιοίκηση έχει μεγάλες ανισότητες σε πόρους, προσωπικό και τεχνική υποστήριξη.
Εδώ αξίζει να σταθούμε σε κάτι εξαιρετικά ενθαρρυντικό. Γιατί βλέπουμε ότι και στην Ελλάδα αναπτύσσονται πρωτοβουλίες που κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ελληνικό Δίκτυο Ανθεκτικών Πόλεων, μια πρωτοβουλία ελληνικών Δήμων που προσπαθεί να μετατρέψει την κλιματική ανθεκτικότητα από θεωρία σε καθημερινή πολιτική πράξη. Το Νοέμβριο του 2025, μάλιστα, με πρωτοβουλία μου, κάλεσα αντιπροσωπεία δημάρχων-μελών του Δικτύου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ώστε να συμμετάσχει σε σύσκεψη με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στη συνάντηση αυτή, αναδείχθηκε η σημασία αυτής της πρωτοβουλίας που φέρνει κοντά δήμους από όλη την Ελλάδα με στόχο την καλύτερη προετοιμασία απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Το Δίκτυο αυτό λειτουργεί ως πλατφόρμα συνεργασίας, ανταλλαγής τεχνογνωσίας και υιοθέτησης καλών πρακτικών, αποδεικνύοντας ότι οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση.
Η παρουσίαση στις Βρυξέλλες είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ανέδειξε το ελληνικό παράδειγμα ως μοντέλο που μπορεί να εμπνεύσει και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τόνισε επίσης, ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης δεν είναι μόνο θέμα κεντρικών πολιτικών αποφάσεων, αλλά απαιτεί ενεργή συμμετοχή των δήμων και των πολιτών. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι οι “πράσινες πόλεις” δεν είναι ένα μακρινό όραμα. Είναι μια διαδικασία που ήδη εξελίσσεται, με τη συνεργασία ευρωπαϊκών θεσμών, εθνικών κυβερνήσεων και κυρίως των τοπικών κοινωνιών.
Και εδώ αξίζει να ειπωθεί κάτι με ειλικρίνεια, ιδιαίτερα σε μια συζήτηση με νέους ανθρώπους. Η Ευρώπη προωθεί πολιτικές για βιώσιμες και πράσινες πόλεις, αλλά η επιτυχία τους δεν είναι αυτόματη. Χρειάζονται δήμοι με τεχνική επάρκεια, κράτη μέλη που να μην μπλοκάρουν την εφαρμογή, λιγότερη γραφειοκρατία, καλύτερη απορρόφηση πόρων και πιο δίκαιη κατανομή χρηματοδότησης. Από τη μία υπάρχουν ευρωπαϊκές δυνατότητες, ακόμη και χρηματοδοτικά εργαλεία, από την άλλη όμως, επισημαίνονται θεσμικά κενά και δυσκολίες άμεσης αξιοποίησης αυτών των πόρων από τις ελληνικές πόλεις. Άρα, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να υπάρχουν τα χρήματα. Είναι να μπορούν να φτάνουν εκεί που χρειάζονται.
Ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι ότι οι πράσινες πόλεις δεν μπορούν να χτιστούν χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη. Αν η πράσινη μετάβαση σημαίνει ακριβότερη ενέργεια για τα φτωχότερα νοικοκυριά, μετακινήσεις που δεν είναι προσβάσιμες για όλους ή λύσεις που ευνοούν μόνο όσους ήδη έχουν πόρους, τότε η μετάβαση δεν θα είναι ούτε δίκαιη ούτε πολιτικά βιώσιμη. Γι’ αυτό έχει σημασία το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα, που δημιουργήθηκε ακριβώς για να στηρίξει ευάλωτα νοικοκυριά, μικρές επιχειρήσεις και χρήστες μεταφορών απέναντι στο κόστος της μετάβασης, χρηματοδοτώντας μέτρα όπως ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, καθαρή θέρμανση και ψύξη, πρόσβαση σε οχήματα χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών και ενεργητική κινητικότητα.
Και τώρα ερχόμαστε στο πιο σημαντικό ίσως ερώτημα: Ποιος είναι ο ρόλος των πολιτών, και ειδικά των νέων; Ο ρόλος σας δεν είναι διακοσμητικός. Δεν είστε το κοινό που απλώς θα ακούσει ωραία λόγια για το μέλλον. Είστε μέρος της εφαρμογής αυτών των πολιτικών. Η ίδια η ευρωπαϊκή αποστολή για τις κλιματικά ουδέτερες πόλεις βασίζεται στη συνδιαμόρφωση των σχεδίων με πολίτες και φορείς. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το Κλίμα ενθαρρύνει τοπικούς διαλόγους, ομάδες τοπικής δράσης και συμμετοχή της κοινωνίας στην κλιματική διακυβέρνηση. Και σε πιο γενικό επίπεδο, η ευρωπαϊκή στρατηγική για τη νεολαία επιμένει ακριβώς σε αυτό. Οι νέοι δεν πρέπει απλώς να ενημερώνονται, αλλά να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι ένας νέος πολίτης μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα από το να ανακυκλώνει. Μπορεί να παρακολουθεί αν η πόλη του συμμετέχει σε ευρωπαϊκά δίκτυα και αν αξιοποιεί τις ευκαιρίες που ανοίγονται. Μπορεί να συμμετέχει ενεργά στο σχολικό συμβούλιο και να θέτει στην ατζέντα ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής στην πόλη του. Μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ή την ενίσχυση μιας σχολικής εφημερίδας, αναδεικνύοντας περιβαλλοντικά θέματα και προτείνοντας λύσεις. Μπορεί ακόμη να δημιουργήσει ομάδες και πρωτοβουλίες που ενημερώνουν, ευαισθητοποιούν και κινητοποιούν περισσότερους νέους γύρω από την προστασία του περιβάλλοντος. Μπορεί να συμμετέχει σε μαθητικά συμβούλια, σε δράσεις εθελοντισμού, σε διαβούλευση, σε τοπικές ομάδες για το κλίμα. Μπορεί, με άλλα λόγια, να μετατρέψει την κλιματική ανησυχία σε δημοκρατική συμμετοχή. Και αυτό είναι ίσως το πιο ευρωπαϊκό μήνυμα από όλα: ότι ο πολίτης δεν είναι θεατής, αλλά συνδιαμορφωτής.
Αγαπητές μαθήτριες, αγαπητοί μαθητές,
οι πράσινες πόλεις είναι υπόθεση δημοκρατίας, δικαιοσύνης και συλλογικής ευθύνης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προωθεί τις πολιτικές, θεσπίζει τους κανόνες και πιέζει για τους πόρους. Οι πόλεις καλούνται να τις εφαρμόσουν με σχέδιο και συνέπεια. Τα κράτη οφείλουν να στηρίζουν, όχι να εμποδίζουν. Και οι πολίτες, ιδιαίτερα οι νέοι, οφείλουν να ζητούν λογοδοσία, να συμμετέχουν και να επιμένουν.
Γιατί στο τέλος, μια πράσινη πόλη δεν είναι εκείνη που έχει απλώς περισσότερα δέντρα ή πιο «έξυπνα» συστήματα. Είναι εκείνη που δίνει στους ανθρώπους της την αίσθηση ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο, δικαιότερο και πιο ασφαλές. Και αυτό το μέλλον θα το χτίσουμε μαζί.
Σας ευχαριστώ πολύ.

