Συνέντευξη στo Πρακτορείο Ειδήσεων REUTERS και στον δημοσιογράφο Χάρη Παπαχρήστου, παραχώρησε ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κ. Γιάννης Μανιάτης. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Υφυπουργού ΠΕΚΑ.
ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ : Ποιές θα είναι οι επόμενες εξελίξεις στον νόμο για τον νέο φορέα;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ : Έχω συγκροτήσει επιτροπή εμπειρογνωμόνων που μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου θα επεξεργαστεί τα κείμενα της διαβούλευσης και θα διαμορφώσει το τελικό κείμενο του νόμου. Εκτιμώ ότι λογικά στα τέλη της άνοιξης θα έχει ολοκληρωθεί και η κοινοβουλευτική διαδικασία.
Χ.Π : Ποιές αλλαγές ενδέχεται να γίνουν στο κείμενο του νόμου;
Γ. Μ : Από πολλούς και σοβαρούς φορείς που συμμετείχαν στη διαβούλευση υπάρχει μία επιθυμία, την οποία θα ικανοποιήσουμε, μαζί με την δημιουργία του φορέα να βελτιώσουμε και την υφιστάμενη νομοθεσία για τον τρόπο ανάθεσης. Να προσαρμοστεί δηλαδή το νομικό πλαίσιο στις κοινοτικές οδηγίες και στη διεθνή εμπειρία έτσι ώστε να είμαστε έτοιμοι ταυτόχρονα. Έχω δώσει εντολή στην επιτροπή να έχουμε : α) δημιουργία του φορέα και β) βελτιώσεις και εκσυγχρονισμό της υφιστάμενης νομοθεσίας, δηλαδή του νόμου από το 1995. O συγκεκριμένος νόμος, π.χ., δεν προβλέπει διαδικασία open door. Το open door έχω ζητήσει να υπάρξει. Η αρχική σκέψη ήταν να περιμένουμε να συγκροτηθεί ο φορέας, και ο φορέας να μας εισηγηθεί τις βελτιώσεις του νομοθετικού πλαισίου. Έτσι, όμως, θα χάναμε ένα εξάμηνο.
Θεωρώ ότι θα πρέπει να ξαναδούμε και τα οικονομικά μεγέθη, δηλαδή πόσο θα φορολογείται ο ανάδοχος. Αλλά, γι’ αυτά θα περιμένω να δω την εισήγηση που θα μου κάνουν. Θα δούμε νέες διαδικασίες, πιο ευέλικτους τρόπους προσέλκυσης επενδυτών, αποτελεσματικές και διαφανείς διαδικασίες ανάθεσης και παρακολούθησης.
Ο νόμος θα προβλέπει και open door, και παραχωρήσεις (concessions) και διαδικασίες απόκτησης μη αποκλειστικών δεδομένων (non-exclusive data), ό,τι προβλέπει δηλαδή η ευρωπαϊκή και διεθνής εμπειρία.
Ήδη έχω συναντηθεί με τους πρέσβεις της Νορβηγίας, της Δανίας της Γαλλίας και της Μ. Βρετανίας και τους έχω ζητήσει να έχουμε μία στενότερη συνεργασία. Θα συνεχίσω τις επαφές μου και με πρέσβεις άλλων κρατών για να αποκτήσουμε όσο δυνατόν καλύτερη τεχνογνωσία.
Χ. Π : Ποιο προβλέπετε να είναι το χρονοδιάγραμμα για τις επόμενες κινήσεις;
Γ. Μ : Αυτό που θέλουμε εμείς είναι να ξεκινήσουμε μέσα στους επόμενους 18-24 μήνες, δηλαδή να έχει γίνει η πρώτη ανάθεση ερευνητικού αντικειμένου και να έχουμε ανάδοχο. Μπορεί να πρόκειται για σεισμολογικές έρευνες, ίσως και γεωτρήσεις. Αντιλαμβάνομαι ότι ο φορέας θα εισηγηθεί έναν πρώτο γύρο παραχωρήσεων.
Χ. Π : Για πόσα μπλοκ ερευνών προβλέπετε ό,τι θα γίνουν προκηρύξεις;
Γ. Μ : Νομίζω ότι θα έχουμε σαφώς περισσότερα από ένα μπλοκ. Εκτιμώ ότι θα βγουν 4-5 μπλοκ. Η κατεύθυνση που έχουμε δώσει, είναι ο φορέας να αρχίσει να δουλεύει στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, εκεί που έχουμε ώριμα, επιστημονικά δεδομένα.
Χ. Π : Ποιά θα είναι η μορφή του νέου φορέα;
Γ. Μ : Ο φορέας δεν θα κάνει ο ίδιος έρευνες, δεν θα αγοράζει σκάφη, γεωτρύπανα ή άλλο υλικό. Θα κάνει αναθέσεις σε ιδιώτες και στη συνέχεια θα παρακολουθεί για λογαριασμό του Δημοσίου την πιστή εφαρμογή των όρων των αναθέσεων. Θα υπάρξει απόλυτη προσήλωση στις περιβαλλοντικές προδιαγραφές, προκειμένου να μην υπάρξει ούτε μία πιθανότητα περιβαλλοντικού κινδύνου.
Χ. Π : Γιατί απέτυχαν οι περισσότερες προηγούμενες έρευνες;
Γ. Μ : Στο ερώτημα που απεύθυνα στους ειδικούς, γιατί δεν υπήρξαν θετικά αποτελέσματα παρά τις αρχικές θετικές ενδείξεις, οι απαντήσεις που έχω πάρει είναι ότι υπήρξαν λάθος στόχοι. Εκτιμώ ότι με τη βελτίωση της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογίας θα φτάσουμε στους στόχους μας και θα αποφύγουμε τα λάθη που έγιναν σε προηγούμενες προσπάθειες. Για παράδειγμα, θέλαμε 500-800 μέτρα επιπλέον για να φτάσουμε στον τελικό στόχο-βάθους μιας γεώτρησης, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ λόγω τεχνικών προβλημάτων. Τέτοιου είδους προβλήματα θα τα ξεπεράσουμε.
Χ. Π : Έχει εκδηλώσει οποιαδήποτε μεγάλη πετρελαϊκή εταιρία ενδιαφέρον για κάποια συγκεκριμένη περιοχή;
Γ. Μ : Τα τελευταία 12 χρόνια όχι. Θεωρώ ότι – εκτός των άλλων – δεν υπήρχε η διαδικασία του open door, οι εταιρίες άλλωστε δεν είχαν και θεσμικό πλαίσιο για να προσεγγίσουν τη χώρα. Ταυτόχρονα, δεν είχε εκδηλωθεί, όπως εκδηλώνεται τον τελευταίο καιρό, η πολιτική βούληση να προχωρήσουμε σε τέτοιου είδους έρευνες. Τώρα όμως αρχίζει να εκδηλώνεται από ερευνητικά ινστιτούτα και ερευνητικές εταιρίες από Καναδά, Αυστραλία, ΗΠΑ, ενδιαφέρον για στενότερη συνεργασία με ελληνικούς φορείς για γεωλογικές ή σεισμολογικές έρευνες. Εγώ έχω γίνει αποδέκτης αρκετών τέτοιων προτάσεων.
Χ. Π : Ποιο ήταν το κίνητρο για την πρωτοβουλία σας για έρευνες;
Γ. Μ : Το πρώτο έναυσμα ήταν όταν κοιτάζοντας έναν χάρτη της Μεσογείου, που περιλαμβάνει τις γεωτρήσεις που έχουν γίνει στο σύνολο των χωρών, διαπίστωσα ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που ήταν κενή. Το κίνητρο ήταν να μπει και η Ελλάδα σε αυτήν τη διαδικασία, με όρους διαφάνειας, ελκυστικότητας στους επενδυτές, στις προδιαγραφές και αυστηρότατης προστασίας του περιβάλλοντος. Η Ελλάδα θα έπρεπε να το είχε κάνει πολύ νωρίτερα.
Χ. Π : Τα ΕΛΠΕ θα έχουν ιδιαίτερο ρόλο στις έρευνες που έρχονται;
Γ. Μ : Τα ΕΛΠΕ δεν θα έχουν καμία σχέση με τον φορέα. Ο φορέας θα είναι εταιρία του ελληνικού δημοσίου με μία μετοχή. Τα ΕΛΠΕ και ο κάθε ιδιώτης που ενδιαφέρεται, θα εκδηλώσει ενδιαφέρον επί ίσοις όροις.
Χ. Π : Ποιόν όγκο θα μπορούσε να φτάσει η ελληνική παραγωγή υδρογονανθράκων σε πλήρη ανάπτυξη;
Γ. Μ : Υπάρχουν πάρα πολλές ανασφάλειες γύρω από αυτό το ζήτημα γιατί η Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει ερευνηθεί. Με βάση όλα τα ανεπεξέργαστα, πρόχειρα και αποσπασματικά δεδομένα που υπάρχουν, η Ελλάδα έχει δυνατότητες να καλύψει ένα μέρος των αναγκών της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, πιθανώς σε χρονικό βάθος κάποιων ετών μπορούμε να φτάσουμε σε μερίδιο της τάξης του 1/5 ή του ¼. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η χώρα δίνει κάθε χρόνο το 4-5% του ΑΕΠ, γύρω στα 10 έως 12 δις το χρόνο για εισαγωγές πετρελαίου, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο σημαντικό είναι να αναπτυχθεί εγχώρια παραγωγή. Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο εξαρτημένες από το πετρέλαιο χώρες της Ευρώπης. Η ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας δεν μπορεί να είναι η μόνη απάντηση σ’ αυτό, θα πρέπει να είναι και η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής υδρογονανθράκων.
Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι το ζήτημα αυτό θα πάρει χρόνια. Θα πρέπει να διώξουμε από την κοινή αντίληψη την εικόνα ότι μπορεί σε ένα-δύο χρόνια να αρχίσουμε να μαζεύουμε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αυτό. Τέτοιου είδους προσπάθειες αποδίδουν οικονομικά μετά τουλάχιστον από πέντε χρόνια. Να μην θεωρήσει κανείς ότι δεν χρειάζεται και τόση προσπάθεια για να ανορθώσουμε την οικονομία μας επειδή θα βρούμε πετρέλαιο.
Χ. Π : Τα ζητήματα υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ αποτελούν προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι έρευνες;
Όχι, αυτό είναι λάθος. Είναι σαν να προσανατολίζουμε τα θέματα των ερευνών μας μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές. Εγώ θα ήθελα πάρα πολύ να διερευνήσει ο φορέας το διεθνές ενδιαφέρον, αν έχουμε πιθανότητες ανεύρεσης υδρογονανθράκων στα χερσαία τμήματα του νομού Ιωαννίνων, ή στο νομό Γρεβενών, ή στη Θράκη, ή στα ανοιχτά του Πατραϊκού Κόλπου. Η ΑΟΖ είναι ένα ζήτημα που διαχειρίζεται με μεγάλη υπευθυνότητα και σοβαρότητα το Υπουργείο Εξωτερικών. Όταν θα λυθεί το ζήτημα αυτό, με την ευθύνη του Υπουργείου Εξωτερικών, θα το δούμε. Εμείς δεν θα περιμένουμε να λυθούν αυτά τα θέματα και ούτε προτιθέμεθα να εμπλακούμε σε αυτά. Δεν έχουμε και κανένα λόγο για αυτό. Η Ελλάδα, ακριβώς επειδή είναι μία ανεξερεύνητη περιοχή, έχει δυνατότητες να κάνει και έναν και δύο κύκλους παραχωρήσεων χωρίς να εμπλακεί καθόλου σε ζητήματα που σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική της χώρας.

