«Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
είναι ιδιαίτερη χαρά να μπορώ να καταθέσω κάποιες σκέψεις για ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την ενεργειακή πολιτική, αλλά το ίδιο το μέλλον της οικονομίας, της κοινωνίας και της καθημερινής μας ζωής: την ενέργεια του αύριο.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους δεν πλήττει μόνο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς όλων μας, και ιδίως των πλέον ευάλωτων συμπολιτών μας. Διαβρώνει την παραγωγική βάση, μειώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, περιορίζει τις επενδύσεις και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή καθιστά τις υποδομές μας πιο ευάλωτες σε φυσικές καταστροφές, από πλημμύρες και πυρκαγιές, έως παρατεταμένους καύσωνες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην ενέργεια δεν αποτελούν επιλογή πολυτέλειας. Αποτελούν μονόδρομο για την ΕΕ και τη χώρα μας.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι «πώς θα περάσουμε από ένα ενεργειακό σύστημα ευάλωτο, ακριβό και εξαρτημένο, σε ένα σύστημα καθαρό, ανταγωνιστικό και ανθεκτικό».
Η απάντηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στον εξηλεκτρισμό. Σήμερα, στην Ευρώπη, πάνω από το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από εγχώριες ΑΠΕ. Παρ’ όλα αυτά, το επίπεδο εξηλεκτρισμού της οικονομίας παραμένει μόλις στο 23%. Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε ορυκτά καύσιμα σε κρίσιμους τομείς, όπως οι μεταφορές, η θέρμανση, η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή, ενώ θα μπορούσαμε σταδιακά να μεταφέρουμε πολλές από αυτές τις χρήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια.
Για τον λόγο αυτό, στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζητείται ήδη η υιοθέτηση ενός ενδεικτικού στόχου εξηλεκτρισμού 46% έως το 2040. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα μπορούσε να μειώσει τις δαπάνες εισαγωγής ορυκτών καυσίμων κατά 260 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως έως το 2040.
Τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να αναμένουμε επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού σε πολλούς τομείς.
Στις μεταφορές, τα ηλεκτρικά οχήματα είναι μια πραγματικότητα που κερδίζει έδαφος, καθώς μπορούν να προσφέρουν σημαντική εξοικονόμηση σε σύγκριση με ισοδύναμα οχήματα που τροφοδοτούνται με ορυκτά καύσιμα. Όσο αναπτύσσονται οι υποδομές φόρτισης και όσο μειώνεται το κόστος των μπαταριών, η ηλεκτροκίνηση μπορεί να συμβάλει και στη μείωση του κόστους μετακίνησης για νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις.
Στα κτίρια, η μετάβαση από τους λέβητες φυσικού αερίου στις αντλίες θερμότητας μπορεί να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο θερμαινόμαστε και ψυχόμαστε. Οι αντλίες θερμότητας, όταν συνδυάζονται με καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά το ενεργειακό κόστος και τις εκπομπές.
Παράλληλα, η αυτοπαραγωγή και η αποθήκευση ενέργειας σε επίπεδο νοικοκυριού, επιχείρησης και δημόσιου κτιρίου δημιουργούν έναν νέο ρόλο για τον πολίτη: από παθητικό καταναλωτή ενέργειας, σε ενεργό συμμετέχοντα στο ενεργειακό σύστημα. Ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο, ένας δήμος ή μια μικρή επιχείρηση μπορούν να παράγουν μέρος της ενέργειας που χρειάζονται, να μειώνουν τους λογαριασμούς τους και να ενισχύουν την ενεργειακή τους ασφάλεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας και του πρωτογενούς τομέα. Η ελληνική και η ευρωπαϊκή παραγωγή χρειάζονται καθαρή, προσιτή και αξιόπιστη ενέργεια. Ο εξηλεκτρισμός βιομηχανικών διεργασιών, η χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, η αποθήκευση ενέργειας και η αξιοποίηση ευέλικτων δικτύων μπορούν να δημιουργήσουν ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα, περισσότερο ανθεκτικό και περισσότερο συμβατό με τους ευρωπαϊκούς κλιματικούς στόχους.
Βεβαίως, τίποτα από όλα αυτά δεν θα συμβεί αυτόματα. Χρειάζονται δημόσιες πολιτικές που θα δημιουργήσουν τις σωστές προϋποθέσεις.
Πρώτον, πρέπει να μειωθεί η φορολογία και τα τέλη δικτύου που επιβαρύνουν το ηλεκτρικό ρεύμα σε σύγκριση με το φυσικό αέριο, ώστε οι καθαρές ηλεκτρικές λύσεις να είναι πραγματικά ανταγωνιστικές.
Δεύτερον, απαιτούνται κίνητρα για νέες τεχνολογίες, καινοτομία και επενδύσεις, ιδίως για νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ενεργοβόρους κλάδους.
Τρίτον, πρέπει να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των δικτύων, διότι χωρίς ισχυρά, ψηφιακά και ευέλικτα δίκτυα δεν μπορεί να υπάρξει μαζικός εξηλεκτρισμός.
Τέταρτον, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην αποθήκευση ενέργειας και σε θεσμικές και τεχνολογικές παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν τη βέλτιστη διαχείριση της ζήτησης, ώστε η αυξανόμενη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές να αξιοποιείται αποτελεσματικά και να ενισχύεται η σταθερότητα του συστήματος.
Τέλος, θα χρειαστεί ένα συνεκτικό πλαίσιο για τους επαγγελματίες του ηλεκτρισμού, καθώς δημόσιες παρεμβάσεις που επενδύουν μόνο σε επιδοτήσεις εξοπλισμού, χωρίς να επενδύουν παράλληλα στους ανθρώπους που θα τον εγκαταστήσουν και θα τον συντηρούν, μπορεί να δημιουργήσουν καθυστερήσεις και προβλήματα ποιότητας. Στόχος θα πρέπει να είναι το τρίπτυχο: «Δεξιότητες – Πιστοποίηση – Ζήτηση». Δηλαδή, να υπάρχουν διαθέσιμοι και καταρτισμένοι επαγγελματίες, αναγνωρισμένη πιστοποίηση των νέων δεξιοτήτων και δημόσιες πολιτικές που δημιουργούν προβλέψιμη ζήτηση για τις υπηρεσίες τους.
Ο εξηλεκτρισμός δεν είναι προφανώς η μοναδική λύση. Η χώρα μας διαθέτει σημαντική εμπειρία σε τεχνολογίες όπως τα ηλιακά θερμικά, αλλά και μεγάλο ανεκμετάλλευτο δυναμικό στη γεωθερμία, χάρη στο γεωλογικό της περιβάλλον. Οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να συμπληρώσουν τον εξηλεκτρισμό, ιδίως στη θέρμανση και την ψύξη, και να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες παραγωγής, εξαγωγών και τεχνογνωσίας.
Κλείνοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι όλα αυτά είναι μια στρατηγική επιλογή για την ενεργειακή ανεξαρτησία, την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Αν σχεδιάσουμε σωστά, αν επενδύσουμε έγκαιρα και αν στηρίξουμε τους πολίτες, τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις στη μετάβαση, μπορούμε να μειώσουμε το κόστος ενέργειας, να περιορίσουμε την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, να δημιουργήσουμε νέες θέσεις εργασίας και να προστατεύσουμε το περιβάλλον.
Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση. Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα και πόσο αποφασιστικά θα το κάνουμε.
Σας ευχαριστώ».

