Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι αξιολόγησε τις σωρευτικές επιπτώσεις και τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής πριν από την αδειοδότηση των έργων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων αποτελεί υποχρέωση της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας και ότι η ευθύνη εφαρμογής της ανήκει στις εθνικές αρχές. Αυτό προκύπτει από την απάντησή της στην ερώτηση του Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ και Αντιπροέδρου της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, Γιάννη Μανιάτη, σχετικά με τη συγκέντρωση μεγάλων ενεργειακών έργων στην ορεινή ζώνη Βουνάσια–Καμβούνια της Δυτικής Μακεδονίας.
Στην απάντησή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι, σύμφωνα με την Οδηγία για την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων οφείλουν να εξετάζουν όχι μόνο τις επιπτώσεις κάθε έργου ξεχωριστά, αλλά και τις σωρευτικές επιπτώσεις από άλλα υφιστάμενα ή εγκεκριμένα έργα.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι, βάσει της Σύμβασης του Aarhus, η Ελλάδα οφείλει να διασφαλίζει την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ενώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προβλέπει την ενίσχυση της κοινωνικής αποδοχής και τη δικαιότερη κατανομή των ωφελειών στις τοπικές κοινωνίες.
Η ερώτηση του Γιάννη Μανιάτη αφορούσε τη συγκέντρωση επτά έργων αντλησιοταμίευσης συνολικής ισχύος περίπου 2.000 MW στην ευρύτερη περιοχή των Δήμων Δεσκάτης, Γρεβενών, Σερβίων και Κοζάνης, παράλληλα με δεκάδες έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και άλλες ενεργειακές υποδομές.
Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μεταφέρει πλέον το βάρος στις ελληνικές αρχές, οι οποίες καλούνται να αποδείξουν ότι κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων αξιολόγησαν όχι μόνο τις επιπτώσεις κάθε έργου μεμονωμένα, αλλά και τη συνολική επιβάρυνση που προκαλεί η συγκέντρωση όλων αυτών των ενεργειακών εγκαταστάσεων στην ίδια περιοχή.
Δήλωση του Γιάννη Μανιάτη
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπενθυμίζει με απόλυτη σαφήνεια ότι η αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων δεν αποτελεί επιλογή, αλλά υποχρέωση της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Υπενθυμίζει επίσης ότι η ευθύνη εφαρμογής αυτών των κανόνων ανήκει στις ελληνικές αρχές.
Η κυβέρνηση οφείλει πλέον να απαντήσει με συγκεκριμένα στοιχεία. Πώς αξιολογήθηκαν οι σωρευτικές επιπτώσεις επτά αντλησιοταμιεύσεων και δεκάδων ακόμη ενεργειακών υποδομών στην ίδια ορεινή ενότητα; Ποια επιστημονική μελέτη τεκμηριώνει ότι η συγκέντρωση όλων αυτών των έργων δεν υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής;
Η ενεργειακή μετάβαση είναι εθνική και ευρωπαϊκή προτεραιότητα. Δεν μπορεί όμως να υλοποιείται αποσπασματικά, χωρίς ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, χωρίς τεκμηριωμένη αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά από τους πολίτες να εμπιστευθούν τις επιλογές της χωρίς να παρουσιάζει τα επιστημονικά στοιχεία που τις τεκμηριώνουν. Οφείλει να δημοσιοποιήσει τη μελέτη που αποδεικνύει ότι αξιολογήθηκαν οι σωρευτικές επιπτώσεις και η φέρουσα ικανότητα της Βουνάσιας πριν από την αδειοδότηση των έργων. Αν αυτή η τεκμηρίωση δεν υπάρχει, τότε ανακύπτει σοβαρό ζήτημα εφαρμογής της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας».
Ακολουθεί το κείμενο της ερώτησης του Γ. Μανιάτη και η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπης:
“Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-002209/2026
προς την Επιτροπή
Άρθρο 144 του Κανονισμού
Γιάννης Μανιάτης (S&D)
Θέμα: Συσσώρευση μεγάλων ενεργειακών έργων στην ορεινή ζώνη Βουνάσα-Καμβούνια Δυτικής Μακεδονίας και φέρουσα ικανότητα
Τον Δεκέμβριο του 2025, το Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Μακεδονίας γνωμοδότησε ομόφωνα αρνητικά επί της ΜΠΕ των έργων αντλησιοταμίευσης «Φλάμπουρο» και «Τρανή Ράχη» στη Βουνάσα των Δήμων Γρεβενών, Δεσκάτης και Σερβίων. Παρά τη γνωμοδότηση αυτή, εκδόθηκε ΑΕΠΟ τον Ιανουάριο του 2026. Παράλληλα, εκκρεμεί η περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου αντλησιοταμίευσης «Πετρωτό» στον Δήμο Δεσκάτης. Η ευρύτερη ορεινή ζώνη Βουνάσα-Καμβούνια Δυτικής Μακεδονίας συγκεντρώνει ήδη μεγάλο αριθμό έργων ΑΠΕ, αποθήκευσης ενέργειας και συναφών υποδομών. Στην ίδια γεωγραφική ενότητα προωθούνται επτά έργα αντλησιοταμίευσης, συνολικής ισχύος περίπου 2 000 MW, χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας της περιοχής και των σωρευτικών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων.
Η οδηγία 2011/92/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2014/52/ΕΕ, προβλέπει την αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων μεγάλων έργων, ενώ η Σύμβαση του Aarhus κατοχυρώνει την ουσιαστική συμμετοχή του κοινού στις διαδικασίες λήψης περιβαλλοντικών αποφάσεων.
Ερωτάται η Επιτροπή:
1. Πώς διασφαλίζεται η συνεκτίμηση της φέρουσας ικανότητας και των σωρευτικών
επιπτώσεων κατά την αδειοδότηση μεγάλων ενεργειακών έργων σε περιοχές όπως η
παραπάνω, με υψηλή συγκέντρωση υποδομών;
2. Θεωρεί ότι οι υφιστάμενες διαδικασίες διασφαλίζουν την εφαρμογή της Σύμβασης του Aarhus και την ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών;
3. Εξετάζει την προώθηση ευρωπαϊκών κατευθυντήριων γραμμών ή μηχανισμών, ώστε να διασφαλίζεται δίκαιη κατανομή των ωφελειών της ενεργειακής μετάβασης στις
περιοχές που φιλοξενούν μεγάλης κλίμακας ενεργειακές υποδομές;”
Κατάθεση: 1.6.2026
“ΕL
E-002209/2026
Απάντηση της κ. Roswall
εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(17.7.2026)
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 της οδηγίας για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ)[1], όταν απαιτείται ΕΠΕ, πρέπει να συντάσσεται έκθεση η οποία να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται από το παράρτημα IV της οδηγίας, μεταξύ άλλων «περιγραφή των πιθανών σημαντικών επιπτώσεων που το έργο ενδέχεται να προκαλέσει στο περιβάλλον, μεταξύ άλλων, από (…) τη σώρευση επιπτώσεων με άλλα υφιστάμενα και/ή εγκεκριμένα έργα (…)»[2].
Το άρθρο 6 της σύμβασης του Aarhus[3] απαιτεί από την Ελλάδα να διασφαλίζει την αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού και να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματά της. Ωστόσο, η Σύμβαση δεν απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να λαμβάνουν συγκεκριμένη απόφαση αποκλειστικά βάσει αρνητικής γνώμης που εκδίδεται από τοπική αρχή.
Με την επιφύλαξη του ρόλου της Επιτροπής ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, εναπόκειται πρωτίστως στις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν ότι τα έργα αναπτύσσονται και εγκρίνονται σε πλήρη συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ.
Επιπλέον, το άρθρο 15 στοιχείο δ) της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (RED)[4] περιλαμβάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να προωθούν τη δημόσια αποδοχή των έργων ανανεώσιμης ενέργειας μέσω της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των τοπικών κοινοτήτων.
Τον Δεκέμβριο του 2025 η Επιτροπή πρότεινε τη δέσμη μέτρων για τα ευρωπαϊκά δίκτυα[5], η οποία περιλαμβάνει τομεακά μέτρα σχετικά με τις διαδικασίες αδειοδότησης για ενεργειακές υποδομές μεγάλης κλίμακας και νέες απαιτήσεις συμμετοχής του κοινού στο πλαίσιο της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μεταξύ άλλων σε σχέση με τον καταμερισμό των οφελών.
Η Επιτροπή εξακολουθεί να στηρίζει την εφαρμογή των διατάξεων για τη συμμετοχή του κοινού μέσω της ανταλλαγής ορθών πρακτικών, μεταξύ άλλων μέσω της άτυπης ομάδας εμπειρογνωμόνων για την αδειοδότηση και της πρωτοβουλίας του συμφώνου δέσμευσης[6].”
[1] Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 26 της 28.1.2012, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014 (ΕΕ L 124 της 25.4.2014, σ. 1).
[2] Παράρτημα IV σημείο 5 στοιχείο ε).
[3] https://environment.ec.europa.eu/law-and-governance/aarhus_en.
[4] Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Οκτωβρίου 2023, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 και της οδηγίας 98/70/ΕΚ όσον αφορά την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου (ΕΕ L, 2023/2413, 31.10.2023).
[5] https://energy.ec.europa.eu/topics/infrastructure/european-grids_el.
[6] https://energy.ec.europa.eu/publications/pact-engagement_el.

