Συνέντευξη Γιάννη Μανιάτη, New Times, 15/4/2016
Ο κ. Γιάννης Μανιάτης, βουλευτής Αργολίδας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης καλεί Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ να αντλήσουν συμπεράσματα από τα παραδείγματα Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Κύπρου όπου τα Κόμματα οδήγησαν από κοινού τις χώρες τους εκτός μνημονίων.
Συνέντευξη στον ΣΠΥΡΟ ΚΤΕΝΑ
Η χώρα δεν μπορεί να βγει από τα σημερινά αδιέξοδα εάν τα δύο μεγάλα Κόμματα δεν αποφασίσουν να συγκροτήσουν μία κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης. Την ιδέα αυτή επαναφέρει στην επικαιρότητα ένα από τους πλέον νηφάλιους και σοβαρούς πολιτικούς της χώρας. Ο κ. Γιάννης Μανιάτης, βουλευτής Αργολίδας του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι είναι λάθος του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να κόψει τις γέφυρες με το κυβερνών Κόμμα και ότι η Ελλάδα οφείλει να αντιγράψει τον τρόπο εξόδου από τα μνημόνια που ακολούθησαν η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος όπου τα Κόμματα συμφώνησαν σε μία κοινή πορεία.
Ο κ. Μανιάτης μίλησε στους New Times για το σχέδιο εξόδου από την κρίση που προτείνει το Κόμμα του και το οποίο ακολυθεί τρεις άξονες δράσεις. Ας τον ακούσουμε.
Κύριε Μανιάτη, ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έθεσε θέμα παραίτησης της κυβέρνησης. Ποιά είναι η δική σας θέση για το θέμα αυτό;
Ο κ. Μητσοτάκης δεν έθεσε απλά θέμα παραίτησης της κυβέρνησης. Έθεσε ανοιχτά θέμα εκλογών. Πρόκειται για μια εξαιρετικά τυχοδιωκτική θέση που λαμβάνει υπόψη την συγκυρία των δημοσκοπήσεων χωρίς να δίνει απαντήσεις για το αύριο. Ο κ. Μητσοτάκης αντιγράφει copy-paste το λάθος του κ. Σαμαρά, βαδίζει στα ίδια χνάρια, δυστυχώς. Κάποιοι στο κόμμα του μιλάνει ακόμα και για αυτοδυναμίες και άλλα τέτοια ανέκδοτα. Και αποδεικνύουν ότι η περιπέτεια των τελευταίων ετών δεν τους δίδαξε τίποτα. Εμείς τι λέμε; Το προφανές. Ότι τα προβλήματα της χώρας είναι τόσο μεγάλα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί από μόνη της να τα αντιμετωπίσει. Για το λόγο αυτό ζητούμε παραίτηση αυτής της διαχειριστικά ανίκανης και βαθιά ιδεοληπτικής κυβέρνησης και σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης από την παρούσα Βουλή, από όλα τα κόμματα που πιστεύουν στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, έτσι ώστε τα μεγάλα προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί – κυρίως από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ – να μπορέσουν να λυθούν. Κανείς μας δεν έχει δικαίωμα τώρα, ένα βήμα πριν την άβυσσο να μείνει απ” έξω και να πετροβολάει τους υπόλοιπους που θα υφίστανται το τεράστιο βάρος της διάσωσης. Και κανείς δεν έχει δικαίωμα να σύρει τη χώρα σε νέες εκλογές που θα αποτελειώσουν την οικονομία, χωρίς να δώσουν καμία λύση. Τα δύο πρώτα κοινοβουλευτικά κόμματα, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους, τώρα, άμεσα, αν πραγματικά πιστεύουν στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.
Η πρότασή σας για παραίτηση της κυβέρνησης βοηθά αυτή τη στιγμή τη χώρα; Ρωτώ διότι η πρόταση αυτή διατυπώνεται σε μια στιγμή που το θέμα της αξιολόγησης ευρίσκεται στην πιο κρίσιμη στιγμή του.
Την βοηθά γιατί θεραπεύει μια ανωμαλία εξ αιτίας της οποίας βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα που η παρούσα κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η ανωμαλία στην διακυβέρνηση δηλαδή, παραμένει στην εξουσία, η χώρα διαλύεται περισσότερο. Οι εκλογές αντί να δώσουν λύση θα παραλύσουν περισσότερο τη χώρα Η πρότασή μας είναι η μόνη που βοηθά τη χώρα λοιπόν. Χωρίς χρονοτριβή και χωρίς πολωτικό κλιμα που μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικό αδιέξοδο, έχουμε τη δυνατότητα να αλλάξουμε το κλίμα υπέρ της χώρας και να ισχυροιήσουμε τη θέση μας σε μια σοβαρή διαπραγμάτευση, χωρίς εντυπωσιασμούς και «βαρουφάκεια» τρικ. Η αξιολόγηση ή θα κλείσει άμεσα ή δεν θα κλείσει και θα επιφέρει τη ρήξη και την πορεία σε αχαρτογράφητα, σκοτεινά νερά, που ούτε καν θέλω να σκέφτομαι. Και πρέπει να κλείσει γιατί κάθε μέρα που περνάει οι όροι γίνονται πιο επαχθείς. Για την ιστορία, να σας θυμίσω ότι βάσει των εξαγγελιών των υπουργών της κυβέρνησης, η αξιολόγηση θα έπρεπε να είχε κλείσει από τον Νοέμβριο του 2015 και ήδη είμαστε Απρίλη του 2016 και ακόμα δεν βλέπουμε φως. Να σας θυμίσω επίσης την επίθεση που δέχθηκε η προηγούμενη κυβέρνηση από τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή δεν έκλεισε την 5η αξιολόγηση του β” προγράμματος στις 31 Δεκεμβρίου αλλά πήρε παράταση δύο μήνες για να βρεθεί συμφωνία σε μέτρα που σήμερα φαντάζουν ψίχουλα μπροστά σε αυτά που προτείνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η οποία κοντεύει να κλείσει εξάμηνο κωμικοτραγικής και καταστροφικής διαπραγμάτευσης που μας φέρνουν ολοένα και σε δυσχερέστατη θέση.
Ποιός είναι ο ρόλος, που φιλοδοξείτε να παίξετε σε μία κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης;
Εμείς μπορούμε να συμβάλλουμε κοινοβουλευτικά. Είναι προφανές ότι δεν διεκδικούμε ούτε μας ενδιαφέρει οποιαδήποτε κυβερνητική θέση. Από την πλευρά μας είχαμε απευθυνθεί με απόλυτη ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό – από το 2010 μέχρι σήμερα – λέγοντάς του όλη την αλήθεια λαμβάνοντας ένα τεράστιο πολιτικό και προσωπικό κόστος. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να απευθυνόμαστε στα δύο μεγαλύτερα κόμματα – βάσει των τελευταίων εκλογών – και να απαιτούμε να αναλάβουν τις εθνικές τους ευθύνες. Τα πράγματα στην χώρα είναι πολύ πιο σοβαρά από τις μικροκομματικές σκοπιμότητες και του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας. Εμείς λοιπόν θα στηρίξουμε μία τέτοια προοπτική. Θέλω όμως να τονίσω ότι μία τέτοια κυβέρνηση θα πρέπει να έχει φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό με προοδευτικό πρόσημο. Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση μιάς προγραμματικής συμφωνίας η οποία θα έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά: πρώτον, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην χώρα μέσα από την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με διαφάνεια, σεβασμό στο περιβάλλον και δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και δεύτερο, η διαμόρφωση ενός ισχυρού δικτύου κοινωνικής αλληλεγγύης ώστε να στηρίξουμε την ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα τα φτωχοποιημένα στρώματα και την μεσαία τάξη η οποία τα τελευταία χρόνια υφίσταται τα πάνδεινα.
Με δεδομένη την θέση της Νέας Δημοκρατίας που δεν αφήνει κανένα περιθώριο συνεννόησης με το ΣΥΡΙΖΑ πως μπορεί να πάρει σάρκα και οστά η πρότασή σας για κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης;
Η Νέα Δημοκρατία δείχνει να κάνει το ίδιο λάθος που έκανε το 2012 όταν επίσης είχαμε προτείνει κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας. Η εμπειρία, όμως, έχει δείξει ότι στα πολύ μεγάλα εθνικά προβλήματα κανένα κόμμα από μόνο του δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Εμείς καλούμε και απαιτούμε και από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την Ν.Δ. να δουν πως οι άλλες χώρες που ήταν σε μνημόνιο ξεπέρασαν την κρίση και η Ιρλανδία και η Κύπρος και η Πορτογαλία συμφώνησαν τα Κόμματα που πιστεύουν στον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό στις βασικές αρχές έβαλαν πλάτη όλοι προκειμένου να ξεπεράσει η χώρα τους την κρίση. Όλες αυτές οι χώρες ξέφυγαν, δυστυχώς μόνον η Ελλάδα είναι ακόμη στα μνημόνια.
Κύριε Μανιάτη για να έλθουμε στις εξελίξεις του δικού σας Κόμματος. Η πρόσφατη πρωτοβουλία και κοινή συνάντηση της κυρίας Γεννηματά με τον κύριο Θεοδωράκη φιλοδοξεί να οδηγήσε σε μία συντήρηση δυνάμεων ή έχετε υψηλότερες προσδοκίες;
Πιστεύω ότι δεν μας αξίζει η μετριότητα και η μιζέρια. Το 6,5% που πήραμε στις τελευταίες εκλογές – τον Σεπτέμβριο του 2015 – ήταν ένα μικρό θετικό βήμα το οποίο έδειξε ότι ανακόπηκε η καθοδική μας πορεία. Τώρα καταθέτουμε μία γενναία και υπερβατική πρόταση – χωρίς προαπαιτούμενα – η οποία απευθύνεται σε όλα τα Κόμματα, τις κινήσεις και τους προοδευτικούς πολίτες. Πιστεύω ότι ο χώρος της προόδου και του μεταρρυθμιστικού κέντρου, ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα δεν είναι ένας χώρος του 6%, 7% ή 8%. Είναι ένας χώρος του 25% γι” αυτό είμαι αισιόδοξος ότι παρά τις δυσκολίες που συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα θα καταφέρουμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Αφετηρία μας σε αυτή την προσπάθεια είναι η διαμόρφωση ενός προοδευτικού φιλοεπενδυτικού φιλοευρωπαϊκού και κοινωνικά ευαίσθητου με αλληλεγγύη πλαισίου μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Όλα κρίνονται από το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς την Ελλάδα μετά τα μνημόνια. Η Ελλάδα μετά τα μνημόνια πρέπει να είναι μία Ελλάδα με χαμηλούς συντελεστές φορολόγησης, με επενδύσεις που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, με επενδύσεις που σέβονται το περιβάλλον, με επενδύσεις οι οποίες συμπεριλαμβάνουν όλες τις κοινωνικές ομάδες και δεν εξαιρούν καμία και ασφαλώς με επενδύσεις οι οποίες στηρίζονται στην καινοτομία και το απίστευτο ανθρώπινο δυναμικό που έχει αυτός ο τόπος και που είναι κυρίως η νέα μας γενιά. Εάν δεν πιστεύουμε σε αυτό θα κάνουμε μία τρύπα στο νερό. Αντιθέτως εάν πιστεύουμε σε μια τέτοια προοπτική μέσα σε λίγους μήνες από σήμερα μπορούμε να έχουμε μία Ελλάδα η οποία θα κάνει τεράστια άλματα, διότι πράγματι βρισκόμαστε στον πάτο του βαρελιού και μπορούμε να κάνουμε μία δυναμική επανεκκίνηση της οικονομίας και της κοινωνίας.
Προς το παρών κύριε Μανιάτη μετράμε καθημερινές απώλειες στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό της χώρας. Η οικονομική και κοινωνική αιμμοραγία συνεχίζεται.
Είναι έτσι ακριβώς. Δυστυχώς ενώ το Δεκέμβριο του 2014 είχαμε μία οικονομία η οποία είχε βγάλει το κεφάλι έξω από το νερό. Τα συνολικά μεγέθη των επιχειρήσεων έδειξαν ότι αυτές πέρασαν to 2014 για πρώτη χρόνια σε λειτουργική κερδοφορία. Το κεκτημένο αυτό το χάσαμε εξαιτίας ανόητων, υπερφίαλων, αλαζονικών ιδεοληπτικών προσεγγίσεων. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να σηκωθούμε ξανά όρθιοι. Πιστεύω στην λογική του «συμπιεσμένου ελατηρίου» κάτι που που μπορεί να επιτρέψει στη χώρα να κάνει το μεγάλο άλμα. Θα σας πω τρείς αριθμούς, που αποδεικνύουν ότι ο τόπος αυτός έχεις ελπίδα και προοπτική. Σήμερα και στα αμέσως επόμενα χρόνια η χώρα θα κληθεί να αξιοποιήσει την ακόλουθη προίκα: πρώτον, 20 δισ. ευρώ από το ΕΣΠΑ, δεύτερον, 35 δισ. ευρώ από το πακέτο του Γιούνκερ, τρίτον, 50 δισ. ευρώ από τις ιδιωτικοποιήσεις και αποκρατικοποιήσεις δημόσιων φορέων και οργανισμών. Θεωρώ λοιπόν απολύτως εφικτή την δυνατότητα επανεκκίνησης της οικονομίας, με κάποιες, όμως, βασικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις που εντάσσω σε αυτό που ονομάζω προδευτικός πατριωτισμός.
Σας ακούω συχνά να χρησιμοποιείτε αυτόν τον όρο. Τι σημαίνει «προοδευτικός πατριωτισμός»;
Είναι ένας πατριωτισμός, που πιστεύει στις δυνάμεις της Ελλάδας, στην εξωστρέφεια και στην φιλοευρωπαϊκή στροφή της, ταυτόχρονα, όμως, στηρίζεται στα ενδογενή συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.
Εξηγούμαι: όλες αυτές οι επενδύσεις για να γίνουν απαιτούν από την μία προσέλκυση επενδύσεων και από την άλλη αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και τοπικές κοινωνίες οι οποίες θα τις καλοδέχονται. Για να γίνει λοιπόν αυτό, έχω προτείνει τις ακόλουθες τρείς ρήτρες: πρώτον, σε αυτό που ονομάζω προοδευτικό πατριωτισμό και αποτελεί για εμένα την βασική προϋπόθεση για να ξεπεράσουμε την κρίση βασικό στοιχείο είναι η τοπική ωφελιμότητα. Οπουδήποτε υπάρχει μία επένδυση – είτε ιδιωτική είτε δημόσια – η τοπική κοινωνία να έχει σημαντικά έσοδα από ανταποδοτικά τέλη, να μην πηγαίνουν δηλαδή όλα τα έσοδα στο κράτος. Για παράδειγμα, στις συμβάσεις για τις έρευνες υδρογονανθράκων είχαμε προσδιορίσει αυτά τα τοπικά έσοδα στο 25% των συνολικών εσόδων του δημοσίου ενώ το υπόλοιπο 5% να κατευθύνεται στα πανεπιστήμια για μεταπτυχιακά προγράμματα και ερευνητικά προγράμματα καινοτομίας.
Η δεύτερη ρήτρα είναι η ρήτρα της τοπικής απασχόλησης, έτσι οποιαδήποτε επένδυση γίνεται οπουδήποτε στην Ελλάδα ένα ποσοστό 40% – 60%, ανάλογα με την επένδυση, να δεσμεύεται ο επενδυτής ότι θα προσλάβει άτομα από την τοπική κοινωνία. Αυτό είναι προς το συμφέρον όχι μόνον της τοπικής κοινωνίας αλλά και του ίδιου του επενδυτή ο οποίος δημιουργεί έτσι τοπικές συμμαχίες.
Η τρίτη ρήτρα είναι η συμμετοχή στα μελλοντικά κέρδη. Αυτό είναι κάτι που προβλέψαμε στις συμβάσεις για τις έρευνες υδρογονανθράκων. Κάτι τέτοιο δεν αφορά μόνο τους υδρογονάνθρακες. Αφορά και τα ακίνητα του δημοσίου. Αυτή τη στιγμή η αγορά στην Ελλάδα είναι στα χαμηλά της. Είναι, όμως, σίγουρο – και γι” αυτό παλεύουμε όλοι – σε 3 ως 5 χρόνια η χώρα θα ανέβει. Πρακτικά λοιπόν αν ένα ακίνητο του δημοσίου το δώσουμε σε ένα διεθνή διαγωνισμό, προκειμένου να γίνει μία τουριστική επένδυση, αυτό μπορεί να δοθεί σε χαμηλή τιμή διότι οι τιμές του real estate είναι πεσμένες. Μπορούμε, όμως, στο διαγωνισμό να ζητήσουμε από τον ανάδοχο να μας διασφαλίσει ότι σε πιθανά αυξημένα μελλοντικά έσοδα θα έχει μία αυξημένη συμμετοχή. Έτσι και εμείς ως κράτος θα έχουμε πραγματικό συμφέρον από την καλη λειτουργία της επένδυσης γιατί εάν έχουμε συμφέρον τότε και οι δημόσιες υπηρεσίες πολύ πιο εύκολα θα εξυπηρετούν την επένδυση.
Αυτό που περιγράφετε ακούγεται εξαιρετικό. Δεν συνάδει ωστόσο με την σημερινή αντιμετώπιση των ξένων επενδύσεων στη χώρα, όπου ο πρωθυπουργός προσυπογράφει την υλοποίηση συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου και ο υπουργός του λέει ότι «η συμφωνία δεν έχει κλείσει ακόμη». Δε νομίζετε ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς προβληματικό;
Κοιτάξτε, το δίδυμο Δρίτσα-Σπίρτζη για τα λιμάνια και για τα αεροδρόμια εμείς το χαρακτηρίσαμε ως «τσίρκο». Και η έκφραση αυτή είναι ελαφριά διότι δυστυχώς η πρώτη κίνηση έπρεπε να γίνει από τον ίδιο τον πρωθυπουργό ο οποίος όφειλε να παραιτήσει και τους δύο. Τα δύο αυτά πρόσωπα έπρεπε να αποχωρήσουν εκτός εάν είναι ενσυνείδητο παιχνίδι ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τους υπουργούς του: ο μεν ένας να υπογράφει και να λέει ότι το λιμάνι είναι μία φιλική επένδυση και η άλλη πλευρά να λέει το αντίθετο. Έχει σκοπό να παίξει και στα δύο ταμπλό να είμαστε «και με τον χωροφύλακα και με τον αστυφύλακα» προκειμένου να κρατάμε αβάντες και για την εκλογική μας πελατεία στον Πειραιά ή οπουδήποτε αλλού.
Κύριε Μανιάτη σας ευχαριστώ θερμά γι αυτή τη συνομιλία
Κι εγώ σας ευχαριστώ.
*Ο Γ. Μανιάτης μίλησε στους New Times για το σχέδιο εξόδου από την κρίση που προτείνει η Δημοκρατική Συμπαράταξη
** Ο Γ. Μανιάτης, βουλευτής Αργολίδας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης

