«Για τις κυβερνητικές αποτυχίες στην αποθήκευση ενέργειας», άρθρο μου στο Liberal (08.10.2026)

Χαμένες ευκαιρίες για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση πολλών εκατομμυρίων ευρώ, τεράστιες καθυστερήσεις στα έργα και ολοένα περισσότερη φθηνή πράσινη ενέργεια που πάει χαμένη, την ώρα που οι πολίτες πληρώνουν πανάκριβα το ρεύμα.

Οι έντονες συζητήσεις που είχαμε αυτή την εβδομάδα στο Στρασβούργο για τη στεγαστική και την ενεργειακή κρίση ανέδειξαν ξανά την ανάγκη για έναν συνδυασμό άμεσων παρεμβάσεων και διαρθρωτικών αλλαγών. 

Για την ενεργειακή κρίση απαιτούνται μέτρα που θα μειώσουν άμεσα τις τιμές, όπως η μείωση της φορολογίας στην ενέργεια, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ – επιλογές που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική βούληση κάθε κυβέρνησης.

Οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις, όμως, προϋποθέτουν όραμα, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ισχυρή δέσμευση για την επίτευξη των πολιτικών στόχων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποθήκευση ενέργειας: αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ και την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας. Είναι, επομένως, κρίσιμο μέσο για την απεξάρτηση από τα ακριβά εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και, τελικά, κεντρικό εργαλείο για τη μείωση των τιμών.

Τι έχει κάνει για την αποθήκευση ενέργειας η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη;

Στόχοι και δεσμεύσεις: Στο ΕΣΕΚ του Δεκεμβρίου 2024, η αποθήκευση ενέργειας αναφέρεται ως δεύτερη προτεραιότητα, αμέσως μετά τη «ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ», με στόχο εγκατεστημένη ισχύ 6.253 MW έως το 2030. Παράλληλα, στο Ταμείο Ανάκαμψης του Ιουλίου 2021 προβλέφθηκαν χρηματοδοτικά μέτρα ώστε, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, να έχουν τεθεί σε λειτουργία όλα τα έργα αποθήκευσης ενέργειας, συνολικής ισχύος έως 1.380 MW.

Ελάχιστη πρόοδος: Ο στόχος του Ταμείου Ανάκαμψης περιορίστηκε τελικά στα 700 MW έως το τέλος Ιουνίου 2026, ενώ σήμερα η ισχύς βρίσκεται περίπου στα 600–630 MW. Το εμβληματικό έργο αντλησιοταμίευσης της Αμφιλοχίας —που εντάξαμε στα έργα προτεραιότητας της ΕΕ το 2013 και με προσωπική μου εισήγηση στις εθνικές στρατηγικές επενδύσεις το 2014— δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Έκτοτε, κανένα νέο έργο αντλησιοταμίευσης δεν έχει ενταχθεί σε αυτές τις προτεραιότητες.

Χαμένη ευκαιρία ευρωπαϊκής χρηματοδότησης: Στα έργα προτεραιότητας της ΕΕ (PCI) έχει ενταχθεί μόλις ένα έργο αποθήκευσης με μπαταρία, στην οικονομικά και κοινωνικά μαστιζόμενη από την ενεργειακή μετάβαση Πτολεμαΐδα. Ωστόσο, φέτος η κυβέρνηση αρνήθηκε να προσυπογράψει την αίτηση χρηματοδότησής του από το Connecting Europe Facility της ΕΕ, αποτρέποντας πιθανή ενωσιακή χρηματοδότηση ύψους έως 117 εκατ. ευρώ, με μηδενική δημόσια εθνική συμμετοχή.

Καθυστερήσεις στην υλοποίηση: Παρότι οι διαγωνισμοί αποθήκευσης έχουν δημιουργήσει στην Ελλάδα ένα χαρτοφυλάκιο έργων εκατοντάδων MW, η πραγματική λειτουργία των μπαταριών έχει καθυστερήσει τραγικά. Αυτό έχει ήδη σημαντικές συνέπειες για τους καταναλωτές, αλλά και για τους μικρούς παραγωγούς ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά): Οι περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την πιο φθηνή πηγή ενέργειας, αυξήθηκαν από 3,5% το 2024 σε περίπου 7,5% το 2025 και ενδέχεται να φτάσουν το 12% το 2026 — υπερτριπλασιαζόμενες μέσα σε τρία χρόνια. Μάλιστα η αύξηση περικοπών το 2025 ήταν σχεδόν ίση με την αύξηση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή το ίδιο έτος, ενώ οι συνολικές ετήσιες περικοπές ήταν σχεδόν ίσες με την αύξηση της ηλεκτροπαραγωγής από φ.α. μεταξύ 2024-2025! Τελικά απορρίπτοντας ΑΠΕ, λόγω της αποτυχίας στην αποθήκευση, δεν «πετάμε» μόνο την φθηνότερη πηγή ενέργειας, αλλά την αντικαθιστούμε με την ακριβότερη εισαγόμενη πηγή, αυτή του φυσικού αερίου.

Η άλλη όψη – διαχείριση της ζήτησης: Η αποτυχία στην αποθήκευση είναι μόνο η μία όψη του προβλήματος. Ακόμη και με βάση τον ισχυρισμό μελών της κυβέρνησης ότι η εισαγωγή της καθυστερεί δήθεν σκόπιμα, επειδή η εξέλιξη της τεχνολογίας μειώνει το κόστος των μπαταριών (Σημ.: άρα η ελληνική κυβέρνηση είναι πολύ πιο έξυπνη από δεκάδες άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που προωθούν ραγδαία τις μπαταρίες. Προφανώς της είναι αδιάφορο το 52% της Βουλγαρίας στην αποθηκευτική επάρκεια των ΑΠΕ, το 24% της Τσεχίας, 15% της Ελβετίας και 14% της Ιταλίας και αρκείται στο 2% της Ελλάδας), θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει σημειωθεί και ως αντιστάθμιση, πρόοδος στη «εικονική αποθήκευση»: στη διαχείριση της ζήτησης, δηλαδή, στη μετατόπιση της οικιακής και επιχειρηματικής κατανάλωσης προς τις ώρες υπερπαραγωγής από ΑΠΕ, όταν η ενέργεια είναι φθηνότερη.

Αλλά και στη διαχείριση της ζήτησης η χώρα απέτυχε: Στα νοικοκυριά δεν έχουν ακόμη εγκατασταθεί έξυπνοι μετρητές σε επαρκή αριθμό καταναλωτών (παρότι ο πρώτος διαγωνισμός είχε προκηρυχθεί το 2014), ούτε υπάρχουν ώριμα ενεργειακά προϊόντα και τιμολόγια που να αξιοποιούν αυτή τη δυνατότητα. Ενώ στις επιχειρήσεις δεν υπάρχει μηχανισμός οικονομικής αξιοποίησης της ευελιξίας στη ζήτηση ενέργειας. Απουσιάζει, δηλαδή, ένα σαφές μήνυμα – πλαίσιο στον ενδοημερήσιο μηχανισμό τιμών, που θα καθιστούσε οικονομικά ορθολογική την αλλαγή του προφίλ ζήτησης των ενεργοβόρων επιχειρήσεων.

Για να μειώσουμε τις τιμές και να άρουμε την ενεργειακή μας εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, δεν αρκεί η ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ. Χρειαζόμαστε να μετασχηματίσουμε το ενεργειακό μας σύστημα με την αποθήκευση, την διαχείριση της ζήτησης και την αναβάθμιση των δικτύων. 

Δείτε το άρθρο στο Liberal ΕΔΩ