«Η εμπειρία της Γερμανίας και της Ελλάδας – Οι προκλήσεις για το μέλλον» Friedrich Ebert Stiftung – ΔΙΚΤΥΟ για τη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Ξενοδοχείο Royal Olympic (27/4/2015)

Γιάννης Μανιάτης

Να ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση της Άννας και να πω ότι είναι μία πολύ καλή ιδέα αυτή, με ήρεμο τρόπο να συζητούμε το μεγάλο πρόβλημα της χώρας, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίον θα κυβερνηθεί σήμερα και αύριο.

Να ξεκαθαρίσω από την αρχή την άποψή μου, πιστεύω βαθειά ότι είναι ιστορική αναγκαιότητα και είναι απόδειξη ουσιαστικής ωρίμανσης του πολιτικού συστήματος της χώρας, να κυβερνιέται πια τούτος εδώ ο τόπος εφεξής από Κυβερνήσεις συνεργασίας.
Θεωρώ αδιανόητο μετά από αυτά που βιώσαμε όλοι τα τελευταία πέντε χρόνια, να βαυκαλίζεται ο οποιοσδήποτε πολιτικός σχηματισμός κι αλαζονικά να ισχυρίζεται ότι μπορεί σε τόσο δύσκολες συνθήκες μόνος του να ξεπεράσει τα προβλήματα που υπάρχουν. Κατά συνέπεια, είμαι για λόγους αρχής, αλλά κι εθνικής ανάγκης, υπέρ των Κυβερνήσεων συνεργασίας.
Όμως, θέλω να σημειώσω ορισμένα ζητήματα. Σε αντίθεση με τη Βόρεια και την Κεντρική Ευρώπη, στον ευρωπαϊκό νότο μόνο η Ιταλία έχει τόσο μεγάλη εμπειρία Κυβερνήσεων συνεργασίας και στην Ελλάδα αποκτήσαμε ουσιαστικά εμπειρία Κυβερνήσεων συνεργασίας μόνο επειδή μας το επέβαλαν οι ιστορικές συγκυρίες και οι αναγκαιότητες.
Εδώ να τονίσω ένα πολύ μεγάλο ζήτημα που επηρεάζει τον σχηματισμό ή τον μη σχηματισμό Κυβερνήσεων συνεργασίας που είναι το εκλογικό σύστημα, το μπόνους των 50 εδρών και να υπενθυμίσω ότι αποτέλεσε σημαντικό λάθος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που στη διακυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας – ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν επέμενε πολύ περισσότερο, απόλυτα, να καταργηθεί το μπόνους των 50 έστω και στο προσεχές μέλλον, θα είναι πολύ χρήσιμο για τη Δημοκρατία.
Δεύτερη παρατήρηση: Οι Κυβερνήσεις 2012-2015 είναι ουσιαστικά Κυβερνήσεις εθνικής ευθύνης, που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το ψευδεπίγραφο δίλημμα μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί, γιατί φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει κανείς στην Ελλάδα που να είναι μνημονιακός, εξ ανάγκης κάποιοι υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν πολιτικές συγκεκριμένες, άρα όλοι είναι αντιμνημονιακοί.
Ψευδές το δίλημμα, το πραγματικό δίλημμα ήταν είναι και θα συνεχίσει να είναι δεξιός – αριστερός, προοδευτικός – συντηρητικός και βεβαίως έχω αρχίσει να αισθάνομαι ότι έχει νόημα πια ο διαχωρισμός, η αντίστιξη, ανάμεσα σε ευρωπαϊστές και μη ευρωπαϊστές ή αντιευρωπαϊστές.
Τρίτη παρατήρηση: Θα μπορούσαμε πριν το 2010 να φανταστούμε τις Κυβερνήσεις που άρχισαν να σχηματίζονται μετά το 2011; Προφανώς όχι. Θα μπορούσαμε όμως να σκεφτούμε το 2010 πιθανές Κυβερνήσεις Νέας Δημοκρατίας – ΛΑ.Ο.Σ., ΠΑ.ΣΟ.Κ. – ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι τα πολιτικά γεγονότα ήρθαν έτσι που ξέφυγε από το μυαλό οποιουδήποτε η πιθανότητα σχηματισμού τέτοιων Κυβερνήσεων.
Τέταρτη παρατήρηση: Οι Κυβερνήσεις που σχηματίστηκαν εκφράζουν ουσιαστικές ανάγκες; Απάντηση ναι, για δύο βασικούς λόγους: Διότι πρώτον υπάρχουν κατεπείγουσες τρομακτικές διεθνοπολιτικές αναγκαιότητες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Και η δεύτερη αυτονόητη, για όποιον έχει στοιχειώδη επίγνωση της πραγματικότητας της χώρας, ανάγκη να κυβερνηθεί η χώρα, στο βαθμό που η Δημόσια Διοίκηση, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως το Βέλγιο ή η Ιταλία, δεν μπορεί να ζήσει επί μακρόν με πολιτική ακυβερνησία. Κατά συνέπεια είναι ανάγκη η χώρα πολύ γρήγορα να αποκτά Κυβερνήσεις.
Πέμπτη παρατήρηση: Η πρώτη Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Νέας Δημοκρατίας – ΔΗΜ.ΑΡ. και στη συνέχεια η Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Νέας Δημοκρατίας. Να υπενθυμίσω κάτι που θεωρώ χρέος μου να το σχολιάσω, διότι συνήθως το ξεχνάμε. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είχε αποφασίσει να μη συμμετάσχει σε αυτή την Κυβέρνηση με πολιτικά στελέχη κι επιλέξαμε να βάλουμε τεχνοκράτες, σοβαρούς ανθρώπους. Η αίσθησή μου είναι ότι μετά από ένα χρόνο Κυβερνήσεων τεχνοκρατών, τα αποτελέσματα ήταν λιγότερα από ότι όλοι φιλοδοξούσαμε, ελπίζαμε κι αναμέναμε, γιατί σε σκληρές οικονομικές συνθήκες, απαιτείται κάποιοι να παίρνουν σκληρές πολιτικές αποφάσεις κι αυτό είναι δύσκολο να συμβεί με τους καθ’ όλα αξιόλογους ακαδημαϊκούς συναδέλφους, που κάθε φορά θα μπορούσαν να συμμετέχουν.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που θεωρώ ότι ακύρωσε σε σημαντικό βαθμό τη χρηστικότητα και τη χρησιμότητα της συγκυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας – ΠΑ.ΣΟ.Κ. – ΔΗΜ.ΑΡ., είναι ότι δεν υλοποιήθηκε αυτό που είχαμε ζητήσει, το είχα ζητήσει και ως Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού να γίνει με ένα σύγχρονο open gov. Έναντι αυτού, με πλήρη διαφωνία του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αποφασίστηκε να γίνει κατανομή με τα γνωστά ποσοστά. Θεωρώ τραγικό λάθος το ότι η πρότασή μας αυτή δεν υιοθετήθηκε και από τους άλλους δύο τότε Κυβερνητικούς Εταίρους.
Σημειωτέον,  όπως τόνισε και η Άννα Διαμαντοπούλου έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον το ότι και η πρώτη Κυβέρνηση που ανέφερα, αλλά και η δεύτερη, έχουν προγραμματικές συμφωνίες και αυτό το θεωρώ ένα δείγμα ωρίμανσης του πολιτικού συστήματος.
Η πρώτη βέβαια των 14 σημείων με τη ΔΗΜ.ΑΡ. σε πολύ μικρό βαθμό υλοποιήθηκε, είτε παρακολουθήθηκε από τους Υπουργούς κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Η δεύτερη με τα 43 σημεία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.  – Νέας Δημοκρατίας σε κάποιο βαθμό πρέπει να πω ότι αποτέλεσε μια μικρή πυξίδα καθοδήγησης των Υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακολουθήθηκε στον αναγκαίο βαθμό.
Αποτέλεσμα της Κυβέρνησης αυτής: Υπήρξαν βελτιώσεις στους αριθμούς, η χώρα βγήκε για πρώτη φορά στις αγορές, η χώρα για πρώτη φορά έδωσε κοινωνικό μέρισμα. Και μετά ήρθαν οι τραγωδίες: ο ΕΝΦΙΑ, η αποτυχία στις ευρωεκλογές, η οπισθοδρόμηση στις μεταρρυθμίσεις, η αδυναμία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας.
Θεωρώ, πολιτικά μου είναι αδιανόητο, είναι πολιτική και ιδεολογική τερατογένεση, πως μπορεί και συνεργάζεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τους Ανεξάρτητους Έλληνες.
Ομολογώ ότι αδυνατώ να αντιληφθώ τη συνύπαρξη στην ίδια Κυβέρνηση ανθρώπων που τους γνωρίζω πολύ καλά και τους σέβομαι βαθύτατα, με Υπουργούς οι οποίοι πάνε στην Αμερική και δίνουν το 30% των πετρελαίων, τα οποία υποτίθεται οι προηγούμενοι τα είχαν παραχωρήσει τσάμπα στο ΔΝΤ για να μπει η χώρα στο ΔΝΤ.
Είχαν ξεπουλήσει τον ορυκτό πλούτο κάποιοι, αλλά φαίνεται ότι τελικά δεν τα είχαν ξεπουλήσει και γι’ αυτό κάποιος άλλος πάει τώρα και δίνει το 30%. Ή πως ας πούμε φαντασιωνόμαστε ότι μπορούν ξαφνικά να έρθουν 5 δις από την ύπαρξη ενός αγωγού. Είναι δείγμα ότι χρειάζεται στοιχειώδης σοβαρότητα και λογική, είδη εν ανεπαρκεία δυστυχώς στη σημερινή Κυβέρνηση.
Έκτη παρατήρηση:  Έρχομαι στη σημερινή Κυβέρνηση. ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Ανεξάρτητοι Έλληνες. Αυτή η Κυβέρνηση κατ’ αρχήν έχει ορισμένα κοινά σημεία με τις προηγούμενες κι ένα που τη διαχωρίζει. Τη διαχωρίζει το γεγονός ότι δεν έχει απολύτως κανένα κείμενο προγραμματικής συμφωνίας, άρα δεν ξέρουμε σε βάθος τετραετίας που θεωρητικά σχηματίζονται οι Κυβερνήσεις ποια είναι η στρατηγική στόχευση που πρέπει να πάμε.
Έχουν κι ένα κοινό, δε συνεδριάζουν τα συλλογικά όργανα του Υπουργικού Συμβουλίου και μία διαφοροποίηση, ενώ οι προηγούμενες Κυβερνήσεις είχαν εξαιρετική δουλειά στη Βουλή, η σημερινή Κυβέρνηση έχει πολύ μικρή και λίγη δουλειά στη Βουλή.
Πρέπει να μας πω ότι αισθάνομαι βαθύτατα προσβεβλημένος όταν ακούω ότι αν αποτύχει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο κόσμος θα πάει στη Χρυσή Αυγή. Ηχεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, είναι προσβλητική για το λαό και με ενοχλεί βαθύτατα και το λέω γιατί όλοι μας έχουμε τα βιώματα από αριστερές οικογένειες, να ακούω την Αριστερά να μιλά για την Αντιπολίτευση ως Πέμπτη Φάλαγγα, να μιλά για εγκάθετους του κεφαλαίου και να μιλά για εθνοπροδότες.
Αυτό το έκανε μόνο η μετεμφυλιακή Δεξιά για μας αντεθνικώς δρώντες, δεν μας αναλογεί, δεν αξίζει στην Αριστερά, δεν αξίζει.
Ούτε Πινοσέτ ήταν κανείς, ούτε γερμανοτσολιάδες, ούτε κρεμάλες, ούτε Γουδί.
Και βεβαίως δεν αντέχω στον πειρασμό να μη σχολιάσω το θέμα της Παιδείας, το μεσαιωνικό τοπίο που αρχίζει να διαμορφώνεται με το νόμο Μπαλτά, που εύχομαι με την αντίδραση της Κοινωνίας των Πολιτών και των εκπαιδευτικών και του πολιτικού συστήματος, να μην προχωρήσει.
Υπάρχει περίπτωση να πάει μακριά αυτή η ιστορία; Φοβάμαι πως όχι, γιατί υπάρχει ένας στρατηγικός εγκλωβισμός. Δηλαδή η Κυβέρνηση δεν έχει εντολή ρήξης, η Κυβέρνηση έχει εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση, εθνικά περήφανη διαπραγμάτευση, αλλά εντός της Ευρωζώνης, σε καμία περίπτωση όμως ρήξη.
Και το άλλο πρόβλημα είναι ότι εξαιρετικά δύσκολα θα υπάρξει μεταστροφή πολιτική, η οποία μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα και, να το σημειώσουμε αυτό, εξαιρετικά δύσκολο από τους πολίτες που πίστεψαν προεκλογικά στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και θα πρέπει να αποδεχθούν νέα πράγματα.
Η ρήξη είναι αδιανόητη, άρα θα πρέπει να βρεθεί λύση εντός της Ευρωζώνης, θα πρέπει να υπάρξει μια συμφωνία στην οποία η Κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει μαζί με τους εταίρους. Η συμφωνία όμως είναι το ένα τρίτο του φεγγαριού, υπάρχει το δεύτερο ένα τρίτο που είναι ποιος θα κληθεί όχι να ψηφίσει, αλλά να εφαρμόσει τη συμφωνία σε επίπεδο Δημόσιας Διοίκησης.
Και υπάρχει και το άλλο ένα τρίτο, για να κλείσουν τα τρία τρίτα, σε ποιο πραγματικό αναπτυξιακό πλαίσιο θα υλοποιηθούν τα όποια συμφωνηθέντα με τα μη αναγκαίως συμφωνηθέντα σε τομείς της οικονομίας που δεν υπάρχει καμία τρόικα, όπως ο πολιτισμός, ο τουρισμός, η γεωργία και άρα θα πρέπει η χώρα να διαμορφώσει ένα συνολικό πλαίσιο.
Να σημειώσω πως θεωρώ ότι αν πρέπει να υπάρξει επόμενη Κυβέρνηση συνασπισμού, θα πρέπει να είναι Κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου να έχει ισχυρή διαπραγματευτική θέση η χώρα. Είναι υποχρέωση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες, να συνεργάζονται.
Και προφανώς θεωρώ ότι δεν έχει κανένα λόγο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ενδιαφέρεται πια να κυβερνήσει.
Έβδομη παρατήρηση: Αναφορικά με τους δανειστές, σημειώνω ότι, είναι 18 χώρες, 18 λαοί, 18 κοινοβούλια και είναι και το ΔΝΤ και είναι η ECB και είναι και η Commission. Δεν έχει υπάρξει καμία παγκόσμια συνωμοσία σε βάρος των Ελλήνων και της Ελλάδας. Υπάρχουν διαφορετικές εκφάνσεις, που θα πρέπει κάθε φορά να αντιμετωπίζουμε τον κάθε λαό με τον σεβασμό που του αναλογεί, είτε είναι Γερμανός, είτε είναι Φιλανδός, είτε είναι Ιρλανδός και Πορτογάλος που μάτωσε όσο κι εμείς.
Και μια τελευταία παρατήρηση για τις μεταρρυθμίσεις, γιατί ο Σπύρος Λυκούδης ορθά είπε ότι «συζητάμε για μεταρρυθμίσεις», αλλά θέλω να παρακαλέσω θερμότατα το εξής: Επειδή κουράστηκα 30 χρόνια να ακούω μεταρρυθμιστές, μπορούμε να συμφωνήσουμε σε κάτι πάρα πολύ απλό; Σε τούτον εδώ τον τόπο μεταρρύθμιση είναι ότι αυξάνει τον δημόσιο πλούτο.
Αν συμφωνήσουμε κατ’ αρχήν σε αυτό, θα πρέπει αμέσως μετά να συμφωνήσουμε πώς θα αυξηθεί ο δημόσιος πλούτος; Και για να αυξηθεί ο δημόσιος πλούτος σημαίνει ότι κάποιοι πρέπει να προσελκυστούν, να κάνουν επενδύσεις, να φτιάξουν θέσεις εργασίας, να πληρωθούν τα ένσημα, για να πληρωθούν οι συντάξεις.
Κατά συνέπεια το πάω ανάποδα, μεταρρύθμιση για μένα σημαίνει και μεταρρυθμιστική είναι μία Κυβέρνηση, που προσελκύει επενδύσεις, ιδιωτικές, όταν το κράτος δεν έχει να βάλει από το ΠΔΕ δικά του λεφτά, φροντίζει να υπάρχουν αυστηρότατοι μηχανισμοί προστασίας του περιβάλλοντος και ρήτρες απασχόλησης, ώστε οι επενδύσεις αυτές να έχουν και προστιθέμενη αξία στην κοινωνία. Και ασφαλώς, να δημιουργήσει ένα φορολογικό σύστημα που να εισπράττει κανονικά και δίκαια τους φόρους.
Έτσι, για να κλείσω με τις μεταρρυθμίσεις, δε θέλω πια να ακούω άλλο για μεταρρυθμίσεις, όταν στο δια ταύτα δεν προσπορίζουν στον δημόσιο κορβανά παραπανίσια χρήματα, για να μπορώ μετά εάν είμαι κοινωνικά ευαίσθητος να μοιράσω δίκαια αυτόν τον επιπλέον πλούτο.
Αλλιώτικα προσπαθούμε να διαμοιράσουμε τα ιμάτια μίας οικονομίας ισχνής, η οποία απίσχναται από ώρα σε ώρα και από μέρα σε μέρα.
Τελειώνω λέγοντας ότι στο χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς υπάρχει απόλυτη απαισιοδοξία και να πω τη βαριά κουβέντα, παρακμιακή αίσθηση. Ταυτόχρονα όμως, η ιστορική αναγκαιότητα συνλειτουργίας κοινών τοποθετήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ., ΠΟΤΑΜΙΟΥ και άλλων πρωτοβουλιών εντός Κοινοβουλίου, εκτός Κοινοβουλίου, σε μια κατεύθυνση διαμόρφωσης μιας συμμαχίας προοδευτικών δυνάμεων, θεωρώ πως αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα.
Ολοκληρώνοντας λοιπόν, να σημειώσω ότι θεωρώ πως για την αυτονομία της πολιτικής και την ύπαρξη προοδευτικών λύσεων στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, ο χώρος των προοδευτικών σοσιαλιστικών κεντροαριστερών δυνάμεων οφείλει να ανταποκριθεί θετικά υπερβαίνοντας τη μικρότητα του εαυτού του καθενός, είτε αυτός είναι πρόσωπο, είτε είναι πολιτικός σχηματισμός.