“Μέχρι την πρόσφατη νομισματική και οικονομική κρίση, το παγκόσμιο εμπόριο και η αστικοποίηση ήταν σε ανοδική καμπύλη για πάνω από 50 χρόνια.
Σήμερα υπάρχουν πάνω από 80 μεγάλες Ευρωπαϊκές Μητροπολιτικές περιοχές, με πληθυσμό μεγαλύτερο των 500.000 κατοίκων. Κάθε μία από αυτές συμμετέχει στην παγκοσμιοποίηση χάρη στην ειδίκευση και τη θέση που κατέχει στον πολύπλοκο μηχανισμό της Εφοδιαστικής Αλυσίδας.
Ακόμα και οι πιο επιτυχημένες ευρωπαϊκές πόλεις πρέπει να συνεχίσουν να κινούνται δυναμικά, προκειμένου να διατηρήσουν την ελκυστικότητά και ανθεκτικότητά τους, όπως έχει ήδη προταθεί από διάφορα κείμενα όπως ο Χάρτης Leipzig για την Βιωσιμότητα των Ευρωπαϊκών Πόλεων (Leipzig Charter for Sustainable European Cities), καθώς και η Έκθεση για τις Πόλεις του Αύριο (Cities of Tomorrow Report).
Το κλειδί προκειμένου οι πόλεις να είναι ελκυστικές και ανθεκτικές, βρίσκεται στη διευθέτηση και την αντιμετώπιση των κινδύνων και των αδυναμιών τους. Η μεγαλύτερη αδυναμία την οποία καλούνται στην πραγματικότητα να αντιμετωπίσουν, είναι η φτώχεια. Ένα μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού αστικού πληθυσμού αντιμετωπίζει τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό και ο αριθμός έχει αυξηθεί σημαντικά στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης.
Παρόλο που οι πόλεις θεωρούνται πυλώνες ανάπτυξης, το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας συναντάται σ’ αυτές. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε στην απώλεια θέσεων εργασίας, ειδικότερα στο δευτερογενή τομέα. Ως αποτέλεσμα της κρίσης, το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια και τα νοικοκυριά με χαμηλό επίπεδο εργασίας, έχουν αυξηθεί. Πολλές πόλεις αντιμετωπίζουν σημαντική απώλεια στην χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και τη συνοχή, καθώς και αύξηση του κοινωνικού αποκλεισμού, του διαχωρισμού και της πόλωσης.
Η αστική φτώχεια είναι ένα στοιχείο που κατά το παρελθόν είχε την τάση να συγκεντρώνεται σε ορισμένες συνοικίες, γεγονός που ασφαλώς επιδεινώνει τις επιπτώσεις της φτώχειας. Όμως σήμερα, σε πολλές πόλεις του νότου της Ε.Ε., αυτή η συγκέντρωση της αστικής φτώχειας διευρύνεται χωρικά κι επεκτείνεται και μας καλεί για μια πιο ολοκληρωμένη χωροταξική προσέγγιση.
Με περισσότερους από 20 εκατομμύρια ανέργους σήμερα να ψάχνουν για δουλειά σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, και πολλούς άλλους υποαπασχολούμενους, η αντιστροφή της ανησυχητικής πτώσης της απασχόλησης στις μεγάλες ελληνικές, ισπανικές, ιταλικές και άλλες πόλεις, θα πρέπει να είναι προτεραιότητα για την «Ατζέντα του Ανανεωμένου Αστικού Περιβάλλοντος της Ε.Ε.» . Παρά το γεγονός ότι εξαιτίας της υπογεννητικότητας ο αριθμός των νέων συνεχίζει να μειώνεται έως και 10% ανά δεκαετία, η πλειοψηφία του δυνητικού εργατικού δυναμικού των εικοσάρηδων είναι άνεργοι και ψάχνουν για δουλειά. Η διάχυση της ανεργίας των νέων και η έλλειψη της ζήτησης των νέων στην προσφορά εργασίας, είναι άνευ προηγουμένου στην σύγχρονη Ευρώπη.
Πολλά από τα 10 δισεκατομμύρια ανθρώπων, οι οποίοι θα ζουν στον κόσμο μας από το 2050, θα είναι οι πολίτες των πόλεων και η αστική πολιτική αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως ένα μείζον ζήτημα στην κορυφή της κυβερνητικής ατζέντας. Αντανακλώντας την αυξανόμενη σημασία της, η αρμόδια Γ.Δ. της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μετονομάστηκε από «Γ.Δ. Περιφερειακής Πολιτικής», σε «Γ.Δ. Περιφερειακής και Πολεοδομικής Πολιτικής». Όμως, η αστική πολιτική είναι πολυδιάστατη και το κατά πόσο είναι επιτυχημένη θα εξαρτηθεί από την ομαλή ενσωμάτωση των διαφορετικών πτυχών της σε άλλους βασικούς τομείς πολιτικής.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά στην ενεργειακή και την περιβαλλοντική πολιτική. Όπως έχει γράψει ο διακεκριμένος περιβαλλοντολόγος Τζέιμς Λιπ: «Μπορούμε να χτίσουμε ένα μέλλον ευημερίας το οποίο θα παρέχει τροφή, νερό και ενέργεια για όλο τον αστικό πληθυσμό, όμως για να γίνει αυτό, θα πρέπει να δώσουμε στις πόλεις μας βιώσιμες λύσεις μέσω της ανάπτυξης της καλύτερης διαχείρισης των αποβλήτων και της μεγαλύτερης χρήσης καθαρών και άφθονων πηγών ενέργειας, όπως ο άνεμος και ο ήλιος».
Με την εύρεση έξυπνων λύσεων για τη χρήση των φυσικών πόρων και την αρμονική συνύπαρξή τους με τον αστικό σχεδιασμό, ανοίγουμε το δρόμο για τη δημιουργία Έξυπνων Πόλεων. Και για να είναι πραγματικά «έξυπνη» μια πόλη, πρέπει να ανταποκριθεί στην πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της, την αναζήτηση βιωσιμότητας και υψηλής ποιότητας ζωής. Υπό αυτό το πρίσμα, οι πόλεις θα είναι πράγματι οι πυλώνες για το βιώσιμο μέλλον μας.
Για μια δημιουργική συζήτηση πάνω στο μέλλον των ευρωπαϊκών πόλεων, θα πρέπει να συμφωνήσουμε και να συγκλίνουμε σε τρεις βασικές αρχές:
1. Στηρίζουμε την ανάπτυξη των «συμπαγών πόλεων» μέσα από την ανάπλαση των εγκαταλελειμμένων, υποβαθμισμένων και προβληματικών περιοχών του κέντρου τους, σε αντίθεση με τη επέκτασή τους μέσω της αποκέντρωσης και τη δημιουργία περισσότερων προαστίων;
2. Είμαστε υπέρ των αστικών περιοχών πολλαπλών χρήσεων, που συγκεντρώνουν τους τόπους όπου ζουν, εργάζονται, διασκεδάζουν, αγοράζουν, και αναδημιουργούν οι άνθρωποι, ή προτιμούμε τη χρήση ζωνών μοναδιαίων χρήσεων γης που διαχωρίζουν τις καθημερινές δραστηριότητες των κατοίκων των πόλεων;
3. Να ενθαρρύνουμε το περπάτημα, τη χρήση Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, και τη μετακίνηση με ποδήλατο σε όλη την πόλη, ή να υποστηρίξουμε τη «διευκόλυνση» των οδηγών στο να χρησιμοποιούν ακόμη περισσότερο τα αυτοκίνητα τους για να μετακινηθούν προς τα σπίτια και τους εργασιακούς τους χώρους;
Μπορούμε ίσως να συμφωνήσουμε όλοι, ότι οι κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές πτυχές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αστικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, η επίτευξη της υψηλής ποιότητας αστικής ανάπτυξης εξαρτάται από το πόσο επιτυχημένοι είμαστε στην αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων με συνεκτικό τρόπο μέσω μιας ολιστικής και «έξυπνης» προσέγγισης.
Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη για αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό με συνέργειες στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών.
Θέλουμε οι Πόλεις του Αύριο να είναι βιώσιμες, ασφαλείς, ελκυστικές, καθαρές και όμορφες, καλυμμένες με μία ολοκληρωμένη κοινωνική διάσταση, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών της.
Κατά τη γνώμη μου, προκειμένου να μετατραπεί μια πόλη και να μπορέσει να είναι κατάλληλη για τον αυριανό αστικό σχεδιασμό, απαιτούνται κάποιες δράσεις στους ακόλουθους τουλάχιστον 9 βασικούς τομείς:
1. Ειδικά αναπτυξιακά σχέδια για την αναβάθμιση της Δημόσιας Διοίκησης καθώς και της θεσμικής και διοικητικής ικανότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιβαλλοντικές, ενεργειακές και κοινωνικές πολιτικές.
2. Ολοκληρωμένα χωροταξικά – αστικά στρατηγικά σχέδια για την ανάπτυξη μιας «έξυπνης πόλης» και των γύρω περιοχών με σχέδια δράσεων για τη βελτίωση του περιβάλλοντος και την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης.
3. Περισσότερο στοχευμένη έμφαση στην εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση, κυρίως στο βιομηχανικό τομέα, ο οποίος έχει τη μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας στην Ε.Ε. (περίπου 40%), και είναι ο κύριος υπεύθυνος για τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Η καλύτερη διαχείριση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών θα μπορούσε να σημαίνει, έως και 15% εξοικονόμηση στην κατανάλωση ενέργειας και 15% μείωση του φορτίου αιχμής, με αποτέλεσμα έως και 20% μείωση των εκπομπών CO2.
4. Μεγαλύτερο βάρος κυρίως – αλλά όχι αποκλειστικά – στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την ηχορύπανση, μέσω της προώθησης των βιώσιμων μεταφορών και της κυκλοφορίας γρήγορης ροής συμβατής με μια συμπαγή πόλη. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να εκσυγχρονίσουμε τους στόλους της πόλης, μέσω της εφαρμογής ενεργειακά αποδοτικών πράσινων τεχνολογιών και της χρήσης εναλλακτικών καυσίμων, όπως το φυσικό αέριο και τα βιοκαύσιμα.
5. Αειφορικές προωθητικές δράσεις σε δημόσιους χώρους χρήσης πόσιμου νερού και γενικής χρήσης διαχείρισης των υδάτων, καθώς και διαχείρισης αποβλήτων.
6. Ενιαία σχέδια για τη χρήση γης για την επέκταση δημόσιων χώρων, συμπεριλαμβανομένων των πάρκων, των αθλητικών εγκαταστάσεων και των χώρων αναψυχής για παιδιά και ενήλικες.
7. Εντοπισμός και μεγιστοποίηση του δυναμικού ανάπτυξης των περιοχών που πρέπει να ανανεωθούν με στόχο την αύξηση των δυνατοτήτων για διαμονή, αλλά και του εμπορίου και των παραγωγικών δραστηριοτήτων.
8. Μέτρα για την προώθηση της εφαρμογής προηγμένων τεχνολογιών για τη διευκόλυνση, την αναβάθμιση και την απλούστευση των κοινωνικών υπηρεσιών και των υποδομών.
9. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η πολιτιστική κληρονομιά και οι ιστορικοί πόροι μιας πόλης, πρέπει να διατηρούνται, να αναδεικνύονται και να είναι επισκέψιμοι.
Δυστυχώς, έχουμε πραγματικά πολλά να κάνουμε, προκειμένου να αποκαταστήσουμε τις παραβιάσεις της φυσικής ισορροπίας που έχουμε διαπράξει στο παρελθόν. Σήμερα πληρώνουμε το τίμημα για το γεγονός ότι αντιμετωπίσαμε το περιβάλλον μας με ύβρη, αντί να το θέσουμε στην υπηρεσία των ανθρώπινων και κοινωνικών αναγκών. Επίσης σπαταλήσαμε τον εγγενή πλούτο της φύσης, αγνοήσαμε τις ανάγκες της φυσικής παραγωγής και δημιουργήσαμε αλλοιώσεις στα επίπεδα της ζήτησης. Και τα κάναμε όλα αυτά αποσυνδέοντας το περιβάλλον μας από την πραγματική οικονομία και από τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης.
Όμως, η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η φύση δεν είναι ποτέ εκδικητική.
Αντιθέτως, σήμερα μας προσφέρεται η ευκαιρία να επανεξετάσουμε τις σχέσεις μας. Και η φύση μας παρέχει λύσεις για την αντιμετώπιση των κρίσιμων οικονομικών προκλήσεων.
Στην πραγματικότητα, οι δράσεις που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να αναπτυχθούν Υπέροχες Οικολογικές Φιλικές Πόλεις, είναι κάτι περισσότερο από μία αστική πολιτική. Στην πραγματικότητα αποτελούν βασικά στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να μετατρέψουμε τις σημερινές οικονομικές προκλήσεις σε μια ευκαιρία για ανάπτυξη.
Η εφαρμογή αυτής της ευρύτερης στρατηγικής περιλαμβάνει δύο κύριους στόχους:
Ο πρώτος Στόχος αναφέρεται στην ανάγκη να ξεπεραστεί το απαράδεκτο επίπεδο της ενεργειακής φτώχειας, που προκαλείται από τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά, αλλά και πολλές τοπικές κοινότητες και περιφέρειες. Στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν το κόστος της ενέργειας και της διαχείρισης των αποβλήτων, πολλές περιοχές έχουν φτάσει ή πλησιάζουν σε αδιέξοδο.
Για να ανακουφίσουμε την ενεργειακή φτώχεια και να την ελέγξουμε προτού να είναι αργά, θα πρέπει να λάβουμε μέτρα για να τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Από αυτή την άποψη, η ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς και η προώθηση πιο ανταγωνιστικών ενεργειακών τιμών και διαφοροποιημένων πηγών ενέργειας, θα συμβάλουν αποφασιστικά. Αλλά η μεγαλύτερη πηγή ενέργειας την οποία πρέπει να προωθήσουμε, είναι η Εξοικονόμηση Ενέργειας.
Συνολικά, η Ε.Ε. μπορεί να εξοικονομήσει έως και 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας μέχρι το 2030 μέσω της εφαρμογής των μέτρων ενεργειακής απόδοσης, καθώς και των πιο οικονομικά αποδοτικών μέτρων.
Πράγματι, στον τομέα της κατοικίας, ποσοστό έως 61%, μπορεί να εξοικονομηθεί. Αυτή η εξοικονόμηση θα αποφέρει περίπου 240 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο στόχος αυτός αναμένεται να δημιουργήσει πάνω από 2.000.000 νέες θέσεις εργασίας στα επόμενα 10 χρόνια.
Είμαστε στο σωστό δρόμο: Η Ε.Ε. έχει δεσμευθεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 80-95% έως το 2050. Το κόστος του να μην γίνει αυτό, υπολογίζεται σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Στρατηγικής για την Κλιματική Αλλαγή, η Ελλάδα έχει θέσει τους ακόλουθους 5 (πέντε) εθνικούς στόχους μέχρι το 2030:
1. 40% μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου,
2. 30% του ενεργειακού μίγματος να προέρχονται από Ανανεώσιμες Πηγές, αντί του 27% που είναι ο ευρωπαϊκός στόχος,
3. 30% αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και της εξοικονόμησης ενέργειας,
4. χρήση 100% των ευφυών δικτύων και έξυπνων μετρητών για όλους τους οικιακούς καταναλωτές, προκειμένου να μειωθεί η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος κατά τουλάχιστον 15%,
5. 100% ηλεκτρική διασύνδεση όλων των ελληνικών νησιών με την ηπειρωτική χώρα, προκειμένου να εξοικονομηθούν περισσότερα από 800 εκατομμύρια € ετησίως, τα οποία προκύπτουν από τη χρήση γεννητριών που καταναλώνουν πετρέλαιο και μαζούτ.
Ο δεύτερος Στόχος της γενικότερης αυτής στρατηγικής, αφορά στην ενθάρρυνση της αυξημένης περιβαλλοντικής συνειδητοποίησης. Αυτό μπορεί να γίνει αφενός αποκαλύπτοντας τα οφέλη για την οικονομία, τα οποία μπορεί να αποκτηθούν μέσω της εφαρμογής σύγχρονων βιώσιμων εφαρμογών και αφετέρου μέσω ανάδειξης των κινδύνων και του κόστους που θα προκύψουν εάν παραβλέψουμε το περιβάλλον. Οι στόχοι αυτοί σχετίζονται με τις πόλεις και η αστική πολιτική μπορεί να συμβάλει στην επίτευξή τους. Όσον αφορά στην εξοικονόμηση ενέργειας, για παράδειγμα, οι πόλεις αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα τα 3/4 της κατανάλωσης ενέργειας της Ε.Ε. Από την άποψη αυτή, οι πολιτικές επιλογές των Δημάρχων των πόλεων είναι ζωτικής σημασίας καθώς οι Δήμαρχοι κρατούν το κλειδί για την επιτυχή εξοικονόμηση ενέργειας στην Ε.Ε. Πράγματι, πολλοί από τους Δημάρχους οικειοθελώς ενέταξαν την πόλη τους στο «Σύμφωνο των Δημάρχων της Ε.Ε.» και καθοδήγησαν τις δημοτικές ομάδες οι οποίες τώρα εφαρμόζουν τα σχεδία δράσης χαμηλών εκπομπών άνθρακα, σε όλη την Ευρώπη.
Αλλά για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι πρέπει να κάνουμε πολύ περισσότερα. Για παράδειγμα, θα πρέπει να “θερμο-μονώσουμε», τόσο τον δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό χώρο των πόλεών μας. Στους παράγοντες που θα συμβάλουν σε μια τέτοια επιτυχημένη εξοικονόμηση ενέργειας περιλαμβάνονται οι όσο το δυνατό περισσότεροι δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι πράσινου και η χρήση των ψυχρών υλικών σε δρόμους, πλατείες και κτίρια. Επιπλέον, μεγαλύτερη χρήση αφενός των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για τον φωτισμό δημόσιων χώρων, και αφετέρου των φιλικών προς το περιβάλλον μέσων μεταφοράς. Η αποτροπή της υπερβολικής χρήσης των αυτοκινήτων μέσω της ανάπτυξης πεζόδρομων και ποδηλατοδρόμων σε ένα όλο και πιο πυκνό αστικό δίκτυο, θα διευκολύνει επίσης την εξοικονόμηση ενέργειας.
Η δυναμική προώθηση της Ανακύκλωσης είναι επίσης απαραίτητη. Η ενθάρρυνση πολυεπίπεδων κοινωνικών και οικονομικών συμμαχιών για επέκταση της ανακύκλωσης, προκειμένου να μειωθεί ο όγκος των αποβλήτων, μπορεί να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα!
Επιπλέον, είναι απαραίτητο να αντικαταστήσουμε τις ανεξέλεγκτες ανοιχτές χωματερές και τους χώρους διάθεσης, με φιλικές προς το περιβάλλον εγκαταστάσεις.
Η διαχείριση των υδάτων θα πρέπει να αναβαθμιστεί σε περιφερειακό επίπεδο, μέσω του εκσυγχρονισμού των υποδομών για την καλύτερη παρακολούθηση και πρόληψη των απωλειών και ζημιών, καθώς και την προώθηση της καλύτερης χρήσης της βροχής και των υπόγειων υδάτων.
Τέτοιες δράσεις πρέπει να συμπεριληφθούν στην Ευρωπαϊκή Αστική Πολιτική.
Αν δεν δράσουμε με άμεσα μέτρα στο εγγύς μέλλον, οι συνέπειες της όλο και αυξανόμενης αστικής ζήτησης ενέργειας, θα έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, τις υποδομές μεταφορών κι ενέργειας στην Ευρώπη. Αντίθετα, μια δημιουργική και ολοκληρωμένη αστική πολιτική, μπορεί να συμβάλει στην αναγέννηση της ευρωπαϊκής οικονομίας σε τοπικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αλλά για να γίνουν οι πόλεις μέρος του οπλοστασίου για την καταπολέμηση της οικονομικής κρίσης, η στρατηγική μας δεν μπορεί να περιοριστεί στην στενά καθορισμένη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει να περιλαμβάνει μια κοινωνική διάσταση, ικανή να αντιμετωπίζει τις κοινωνικο-οικονομικές ανάγκες της κοινωνίας μας. Η κοινωνική βιωσιμότητα και η χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, είναι τα μέσα με τα οποία η πόλη μπορεί να ισορροπήσει και να εναρμονίσει το φυσικό περιβάλλον με την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, οι δράσεις κατά της φτώχειας και της ισότιμης πρόσβασης όλων των κοινωνικών ομάδων στις πόλεις, αποτελεί προτεραιότητα των Πόλεων του Αύριο.
Επιπλέον, η αστική βιώσιμη ανάπλαση θα πρέπει να επικεντρωθεί στα αισθητικά ζητήματα των πόλεων. Και δεν αναφέρομαι στη φιλοσοφία της τέχνης ή σε μελέτες καλλωπισμού. Δεν θεωρώ ότι η αισθητική των πόλεων είναι μόνο μια στατική ακίνητη εικόνα στο πέρασμα του χρόνου.
Ας θυμηθούμε ότι οι πόλεις έχουν σχεδιαστεί για τους ανθρώπους, οι πόλεις μεγαλώνουν με τους ανθρώπους και οι πόλεις αναγεννώνται από τους ανθρώπους.
Είναι η κληρονομιά, η ιστορία και η αισθητική ιδιαιτερότητα της κάθε πόλης- μεγάλης ή μικρής – οι οποίες διαμορφώνουν την ταυτότητα των κατοίκων της, το ρόλο τους και τη συμβολή τους στη γενικότερη ευημερία.
Αλλά για να αναμορφωθεί θετικά μια πόλη και να αναδείξει το καλύτερο στους κατοίκους της, οι αισθητικές ιδιαιτερότητες της πρέπει να είναι αρκετά υψηλής ποιότητας. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται Οικονομική και Κοινωνική Αναγέννηση. Η αστική αναγέννηση περιλαμβάνει κοινωνικές, περιβαλλοντικές και αισθητικές διαστάσεις, θέματα που αφορούν όλους μας καθημερινά και μπορούν να επιλυθούν συλλογικά.
Σε πολλές περιπτώσεις, όπου ο δημόσιος τομέας πραγματοποιεί επενδύσεις σε ιστορικά κέντρα πόλεων, ο ιδιωτικός τομέας υστερεί. Αν και οι συμπεριφορές ποικίλλουν στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις όπου οι πρωτοβουλίες να οριστούν τα κτίρια ως πολιτιστικά μνημεία, ή οι δημόσιοι χώροι ως προστατευόμενες περιβαλλοντικές ζώνες, συνοδεύτηκαν από καταγγελίες και διαμαρτυρίες.
Προκειμένου να ξεπεραστούν τέτοιες εντάσεις και να επιτύχουμε τη δημόσια συναίνεση, είναι απολύτως απαραίτητο να συμμετάσχει η Κοινότητα ενεργά σε αυτές τις πρωτοβουλίες. Θα πρέπει να θεωρούνται ως θέματα του «δημόσιου τομέα» και δεν θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα των αποφάσεων που λαμβάνονται «από τα πάνω». Όταν γίνονται δύσκολες επιλογές που πρόκειται να επηρεάσουν τη ζωή των κατοίκων, αυτοί χρειάζεται να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Αλλά προκειμένου να καθίσταται αποτελεσματική η συμμετοχή, είναι απαραίτητο να εξασφαλίσουμε ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι, όλοι οι ενδιαφερόμενοι πολίτες θα έχουν την απαραίτητη πληροφόρηση και θα λαμβάνουν μέρος σε συμμετοχικές διαδικασίες που αφορούν στο χωροταξικό σχεδιασμό. Εδώ προσδιορίζω 3 (τρία) επίπεδα στα οποία πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας:
Το πρώτο αφορά στην εκπαίδευση τόσο των αιρετών, όσο και των διορισμένων αρμοδίων, που συμμετέχουν στη διαδικασία του χωροταξικού σχεδιασμού σε όλα τα διοικητικά επίπεδα.
Το δεύτερο αφορά στην εκπαίδευση και την πληροφόρηση των κοινωνικών ομάδων και των πολιτών, προκειμένου να αποκτήσουν την απαραίτητη ενημέρωση.
Το τρίτο και ενδεχομένως το κρισιμότερο στάδιο, αφορά στα παιδιά που αποτελούν τους πολίτες του μέλλοντος. Θα πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν στα σχολεία τους το σεβασμό προς το περιβάλλον, καθώς και τις ανάλογες κοινωνικές συμπεριφορές και νοοτροπίες.
Κατά την άποψή μου, τα σχολεία πρέπει να δίνουν όλο και περισσότερη έμφαση, μέσω παραδειγμάτων και διδαγμάτων, καθώς και μέσω της οργάνωσης παιχνιδιών, διαγωνισμών και εκθέσεων, σε θέματα όπως:
• Η ανθρωπότητα και το περιβάλλον
• Ο ρόλος του πολίτη στην πόλη του
• Η ασφάλεια στις πόλεις
• Η Πόλη του χθες και του αύριο
Οι πολιτικοί ηγέτες κάθε επιπέδου, οφείλουν να είναι δεκτικοί, να ακούν τις απόψεις των πολιτών και να ανταλλάσουν ένα πραγματικό διάλογο ιδεών, υποστηρίζοντας τη δημιουργία των Δικτύων Πολιτών. Η συνεργασία και οι εταιρικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης, οργανώσεων και ομάδων ενδιαφερομένων είναι απαραίτητη και αποτελεί προϋπόθεση για τη βελτίωση, την αναγέννηση και την ενίσχυση των πόλεών μας. Αντί να μονοπωλείται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης η συζήτηση για βασικά αστικά προβλήματα, όπως οι πλημμύρες, η κατάσταση των δρόμων, η ρύπανση, καθώς και οι κοινωνικές εντάσεις, που έχουν ως αποτέλεσμα να ενισχύονται οι φοβίες και οι ανησυχίες των πολιτών, επιβάλλεται η οργάνωση κοινωνικού διαλόγου, προκειμένου τα προβλήματα να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, δημοκρατικά και από κοινού.
Τον Ιούνιο του 2014, κατά τη 16η Σύνοδο C.E.M.A.T. των Υπουργών Χωροταξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, (Council of Europe Conference of Ministers Responsible for Spatial Regional Planning), υιοθετήσαμε τη «Διακήρυξη του Ναυπλίου», για την προώθηση της Δημοκρατίας και την αξία της συμμετοχής του κοινού στο Χωροταξικό Σχεδιασμό.
Η Συμμετοχή αποτελεί μία συνειδητή άσκηση της δημοκρατίας που ενδυναμώνει τη νομιμότητα των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα ενός έργου ή μιας πολιτικής. Για το λόγο αυτό, η συμμετοχή του κοινού πρέπει να κατοχυρωθεί ως ένα αναπόσπαστο μέρος των διαδικασιών για το χωροταξικό σχεδιασμό, κατά προτίμηση από το στάδιο έναρξης έως την ολοκλήρωσή του και πέραν αυτού, κατά το στάδιο εφαρμογής και αξιολόγησής του.
Σύμφωνα με τη Διακήρυξη του Ναυπλίου, η Συμμετοχή δεν πρέπει να περιορίζεται στους κατοίκους μίας συγκεκριμένης περιοχής. Αντίθετα, στοχεύοντας στη μέγιστη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και των πολιτών στο χωροταξικό γίγνεσθαι, προβλέπεται ότι, κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης ή κοινωνική ομάδα, όπως οι επιχειρηματικές κοινότητες και οι χρήστες υπηρεσιών, που θεωρούν ότι η υλοποίηση ενός σχεδίου, ή η εφαρμογή μιας προτεινόμενης διαδικασίας τους αφορά και θα έχει αντίκτυπο στην προσωπική ή επαγγελματική ζωή τους, πρέπει να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής και κατάθεσης της άποψης τους.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη της «ψηφιακής κοινωνίας», όπως αυτή αποδεικνύεται από τη θεαματική αύξηση στην χρήση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, διευρύνει τις δυνατότητες για τη συμμετοχή των πολιτών σε διαβουλεύσεις αλλά και στη λήψη αποφάσεων, εκτός των κλασσικών παραδοσιακών τρόπων και πεδίων του δημοκρατικού διαλόγου.
Τελικά, σήμερα η Ευρώπη δεν κινδυνεύει να την απαγάγει ο μυθικός Δίας. Αντίθετα, σήμερα απειλείται από τη βία και το λαϊκίστικο εθνικισμό και δημαγωγία. Αυτά τα φαινόμενα, που δυστυχώς έχουν παρουσιαστεί σε πολλά μέρη της Ευρώπης, συνιστούν μία εξαιρετικά σοβαρή κρίση ταυτότητας.
Πρέπει να υπερνικήσουμε τα ενοχικά σύνδρομα και να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την κρίση ταυτότητας που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη, γεγονός που υποσκάπτει τα δημοκρατικά συστήματα, το θεμέλιο των κοινωνιών μας. Επίσης, επιβάλλεται να εξετάσουμε σε βάθος και να προβούμε σε δράσεις που θα βάλουν τέλος στον αυξανόμενο αποκλεισμό των νέων ανθρώπων από την εργασία, των γυναικών από μια ομαλή επαγγελματική σταδιοδρομία, των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων από τη χρηματοδότηση και των ανθρώπων τρίτης ηλικίας από τις απαραίτητες υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης.
Πάνω απ΄ όλα πρέπει να υπερνικήσουμε την εντύπωση πολλών πολιτών, ότι αποκλείονται συστηματικά από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ότι οι πολιτικοί ιθύνοντες είναι απομονωμένοι από τα θέματα που τους απασχολούν.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον η Ευρωπαϊκή Σύμπραξη για τις Έξυπνες Πόλεις και Κοινότητες (European Innovation Partnership – EIP – “Smart Cities and Communities”). Αυτή η σημαντική πρωτοβουλία ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των πόλεων/δήμων και της βιομηχανίας, με σκοπό τη προώθηση κι εφαρμογή νέων καινοτόμων τεχνολογιών, στηρίζοντας μεταξύ άλλων την επίτευξη αποδοτικότερης παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης ενέργειας, τη διαχείριση της αειφορικής κινητικότητας, καθώς και την ευρύτερη εφαρμογή νέων τεχνολογιών Πληροφορικής κι Επικοινωνιών.
Ο μακροπρόθεσμος στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία μιας οικονομίας με μηδενικές εκπομπές και η ενίσχυση της Κοινωνικής και Εδαφικής Συνοχής. Πρέπει να αγωνιστούμε να δημιουργήσουμε μία κοινωνία με έξυπνες πόλεις και με βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς, η οποία θα τιμά και θα σέβεται τα άτομα με ειδικές ανάγκες, διασφαλίζοντας ίσα δικαιώματα και παρέχοντας ίση πρόσβαση στις οικονομικές και κοινωνικές ευκαιρίες.
Τα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, καθώς και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πόλεις στη χαραυγή του 21ου αιώνα, είναι πολυάριθμα και δεν είναι εύκολο ούτε να προσδιοριστούν εύκολα, αλλά ούτε και να δοθούν απλές λύσεις σ’ αυτά.
Ωστόσο, οι καινοτόμες επενδύσεις, η βιώσιμη πράσινη ανάπτυξη, καθώς και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων των πόλεών μας, προϋποθέτουν αφενός την εφαρμογή κανονισμών και διαδικασιών σχεδιασμού με συνέπεια και συνέχεια, και αφετέρου τη λήψη αποφάσεων βασιζόμενη στην εποικοδομητική συνεργασία με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς από το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα”.
Η ομιλία στα αγγλικά, όπως εκφωνήθηκε.
“Ladies and Gentlemen,
I know that I speak to first class experts and perhaps giving you the background on the importance of cities, as growth generators, might seem awkward.
Before the recent financial and economic crisis, global trade and urbanisation were on a combined upward curve that has lasted over 50 years.
There are today over 80 European Metropolitan areas with a population greater than 500,000. Each of them participates in globalisation because they possess distinctive specialisations and positions in complex global supply chains.
Even the most successful European cities need to keep moving forward to maintain their attractiveness and resilience, as was put forward by various policy documents such as the Leipzig Charter for Sustainable European Cities and the Cities of Tomorrow Report.
Key to having such attractive and resilient cities is addressing and overcoming their threats and weaknesses. One such weakness, which all cities virtually have to deal with, is poverty: a sizable part of the European urban populous face the threat of poverty and social exclusion. Their numbers have risen considerably in the wake of the financial-economic crisis.
Although cities are generators of growth, the highest unemployment rates are found in cities. Globalisation has led to a loss of jobs — especially in the manufacturing sector. As an effect of the crisis the share of the population at risk of poverty and in low work intensity households has increased. Many cities face a significant loss of inclusive power and cohesion and an increase in exclusion, segregation and polarisation.
Urban Poverty is an element that in the past tended to cluster in certain neighbourhoods, something which in turn exacerbates the effects of poverty. But nowadays in some cities of the South of the EU this concentration of urban poverty is expanding and calls for an integrated spatial approach.
With more than 20 million unemployed people currently looking for work across European cities, and many more being under-employed, reversing the alarming slump in employment in major Greek, Spanish Italian and other cities, should be priority for a “renewed EU Urban Agenda”. Although the number of young people continues to decline by as much as 10% per decade, a near-majority of the potential workforce in its twenties is out of work and searching for work. Pervasive youth unemployment and lack of demand for young labour is unprecedented in modern Europe.
Many of the 10 billion people, who will be living in our world by 2050, will be citizens of cities and urban policy is increasingly recognized as a major issue on the top of Government agendas. Reflecting its growing importance, the European Commission renamed its “Regional Policy” DG, to “Regional and Urban Policy”. But urban policy is multi-faceted and a successful policy will depend on the smooth integration of its different aspects into other key policy sectors.
This is especially true with regard to energy and environmental policy. For, although we will increasingly be living in cities, our well-being and prosperity will continue to depend on the state of our environment. As the distinguished environmentalist James Leape has said “We can build a prosperous future that will provide food, water and energy for the word’s increasingly urban population. But to do so, we must deliver to our cities sustainable solutions through the development of better waste management and greater use of clean and abundant energy resources such as the wind and the sun.”
By finding intelligent solutions for using natural resources and by marrying them with urban planning, we are paving the way for creating Smart Cities. And to be really “Smart”, a city must respond to the challenge facing its residents in the quest for sustainability and a high quality of life. In this respect, cities will indeed be the pillars of our sustainable future.
But before we begin to discuss the future of European cities, we should agree –and converge our thinking on three “core principles”. So let me ask:
1.Do we support the development of “compact cities,” through the regeneration of abandoned, degraded and problematic inner-city areas, as opposed to continuing down the road of urban sprawl and the creation of more decentralization and suburbanization?
2.Are we in favor of multi –functional urban areas which bring together the places where people live, work, shop, and recreate or do we prefer single-use zoning which segregates the daily activities of city dwellers?
3.Do we encourage walking, transit use and cycling across cities or do we advocate “facilitating” drivers to use even more cars in order to commute to reach their homes and work-places?
We probably can all agree that social, environmental and economic issues form an integral part of urban policy. Therefore, achieving high quality urban development depends on how successful we are in addressing these issues coherently through a holistic and “Smart” approach.
This implies the need for effective strategic planning with synergies across the areas of energy, transport and ICT (Information & Communications Technology).
We want our Cities of Tomorrow to be sustainable, safe, attractive, clean and splendid – secured with a carefully integrated social dimension to provide for the needs of its citizens.
In my opinion to transform a City and enable it to be fit for tomorrow’s urban planning, actions are needed on at least the following 9 key areas:
1.Specific development plans to upgrade the Public Administration’s institutional and administrative capacity, regarding the provision of environmental, energy and social policies.
2.Integrated spatial-urban strategic plans for developing a ‘Smart City”, and its surrounding areas with action plans to improve the environment and promote sustainable development.
3.More targeted focus on energy saving and energy efficiency, notably in the construction sector which has the highest energy consumption in the EU (about 40%), and is the main contributor to Green House Gas emissions. Better ICT-enabled management could mean, up to 15% savings in energy consumption and 15% peak load reductions, resulting in up to 20% CO2 reduction.
4.Greater attention to reduce green house emissions and noise pollution notably – but not exclusively – by promoting sustainable transport and fast flowing traffic compatible with a compact city. With respect to this we should modernize city fleets through the application of energy efficient green technologies and the use of alternative fuels including natural gas and bio-fuels.
5.Actions in public areas promoting drinking water and general-use water management as well as waste management.
6.Uniform plans for land use to expand public spaces, including parks, sports and recreational areas for children and adults alike.
7.Identifying and maximizing the development potential of areas to be regenerated aiming to increase the possibilities for residence but also of commerce and productive activities.
8.Measures promoting the application of advanced technologies to facilitate and simplify social services and infrastructure.
9.Last but not least, a city’s cultural heritage and historical resources must be preserved and highlighted.
In order to mention these 9 areas I have recited a rather long list. Unfortunately we really have a lot to do in order to re-dress the violations we have committed in the past. Today we are paying the price for having treated our environment with hubris rather than having put it to the service of human and social needs. In the process we have also wasted nature’s inherent wealth, ignored natural production needs and created distorted levels of demand. And we did all of this by dis-associating our environment from the real economy, and from the principles of sustainable growth.
But the irony of history is that nature is not revengeful.
On the contrary, today we are being offered the opportunity to review our relations. And nature is providing us with solutions to overcome the critical economic challenges.
In fact the actions we need to take in order to develop Splendid Eco-friendly Cities, are more than just an urban policy. Rather they are essential elements of a broader strategy which can help us transform the current economic challenges into an opportunity for growth.
The implementation of this broader strategy involves two major targets:
Target 1 refers to the need to overcome the unacceptable level of energy poverty, caused by the economic strains and which households, but also many local municipalities and regions face,. In trying to cope with the cost of energy and waste management for example, many of our localities have reached or are nearing a dead end.
To alleviate energy poverty and to control it before it gets out of hand we need to take actions to reduce its costs. In this respect, completing the internal market and promoting more competitively priced energy and diversified sources of energy, will contribute to this. But the biggest energy source which we need to promote is energy saving.
Overall the EU can save up to 40 % of its total energy consumption by 2030 via the implementation of more energy efficiency and cost-effective measures.
Indeed in the housing sector up to 61% may be saved. Such savings would yield about 240 billion per year. Even more important, this target is expected to generate over 2.000.000 new jobs in the next 10 years.
We are on the right course: The EU has pledged to reduce greenhouse gas emissions by 80-95 % by 2050. The cost of not doing this, is estimated to be more than 100 billion Euros per year.
In the Framework of the European Energy and Climate Change Strategy, Greece has set the following 5 (five) national targets by 2030:
1.40% reduction of green house gas emissions
2.30% of the energy mix to originate from Renewable Sources, instead of 27% that is the European target.
3.30% increase of Energy Efficiency and Energy Saving
4.100% of Smart Grids and Smart Meters for all the household consumers, in order to reduce electric consumption by at least 15%.
5.100% electric interconnection of all Greek islands with the mainland, in order to save more than 800 million € per year, due to oil consumption generators.
Target 2 of this broader strategy, involves encouraging a greater environmental consciousness. This can be done by revealing the benefits to the economy which can be gained through the application of modern sustainable applications and highlighting the perils and the costs, which would be involved in disregarding the environment. These targets are relevant to cities, and urban policy can contribute to their achievement. With regard to energy saving for example, cities actually represent three quarters of the EU’s energy consumption. In this respect, the policy choices of City Mayors are crucial and Mayors hold the key to the successful energy saving in the EU. Indeed many of our Mayors are to be congratulated for having voluntarily enrolled their city into the “EU Covenant of Mayors”, and for leading municipal teams which are now implementing low-carbon action plans across Europe.
But to achieve these targets we need to do much more. For example, we need to “thermo-insulate” both the public and the private spaces of our cities. Factors which will contribute to such successful energy saving include more and better public and private green spaces and the use of cool materials in streets, squares and buildings. In addition, more renewable energy for lighting public spaces, eco-friendly means of transportation, and averting excessive use of cars by developing more pedestrian and cycle paths in a denser urban network, will also facilitate energy-saving.
The dynamic promotion of recycling is also essential. Encouraging alliances to expand recycling in order to reduce the volume of waste could be constructive.
Moreover it is essential to replace uncontrolled open rubbish dumps and disposal sites with environmentally friendly installations.
Water management has to be upgraded at the regional level with modern infrastructure for monitoring and preventing losses and promoting better use of rain and ground water.
Such action needs to be included in Europe’s urban policy.
If we do not act with immediate measures in the near future, the consequences of growing urban energy demand, will have serious negative impact on the environment, transport infrastructure and energy use in Europe. And such an urban policy can contribute to the regeneration of Europe’s economy on a local and continental level.
But for cities to become part of the arsenal for fighting off the economic crisis, our strategy cannot be limited to narrowly defined sustainable growth.
Rather, sustainable growth should be understood as including a social dimension capable of addressing our society’s socio-economic needs. Social sustainability, inclusive development, is the means through which the city can balance and harmonize the natural environment with socio-economic growth. Therefore, actions against poverty and the equal access of all social groups in cities, is a priority of the Cities of Tomorrow.
Moreover, urban sustainable regeneration should also focus on the aesthetic aspects of cities. And I am not referring here to the philosophy of art or to studies in beauty. Nor do I consider the aesthetics of cities to be only a static immovable image in the passage of time.
Let us remember that cities are conceived for people, that cities age with people, and that cities are regenerated by people.
It is the heritage, the history and the aesthetic particularities of each city- whether it is large or small – which shape the identity of its residents and their role and contribution to their communities and to the overall collective welfare.
But in order to positively shape and bring out the best in their residents, the aesthetic particularities of cities must be of a sufficiently high quality. To achieve this, economic and social regeneration is required.
In many cases, where the public sector realizes investments in historic city centers, the private sector lags behind. Although attitudes vary across Europe, there are too many instances where initiatives to designate buildings as cultural monuments or public spaces as protected environmental zones, are greeted by complaints and protests.
In order to overcome such tensions and achieve public consent it is therefore essential to involve the community actively in such initiatives. The factors which propel their designation should be regarded as matters of the “public domain” and should not be the result of decisions taken from “above.” Where difficult choices are made which will affect the life of residents in their urban dwelling, residents need to be involved in the decision-making.
But for this to be effective we need to ensure knowledge for the people involved, in what we can call the participatory planning process. I can identify 3 levels which need to be focused on:
The first focuses on educating executives – elected and recruited -at all levels of administration and who are involved in the planning process.
The second involves informing and educating groups and citizens with a view to their acquiring long term – knowledge.
The third and perhaps most critical field concerns children since they are the citizens of the future. In this respect schools must teach children how to relate to their environment and promote the appropriate social behavior and attitude.
Through lessons, games, competitions and exhibitions, schools should prioritize knowledge on:
• Humankind and its environment
• The citizen in the city
• Security in Cities
• The city from yesterday till tomorrow
Decision –makers must be open to and listen to the ideas and views of residents. Citizen networks should be supported.
Cooperation and partnership between different levels of government, organizations and interest groups are essential elements for improving, regenerating and enhancing the sustainability of our cities. Urban problems such as flooding, bad road conditions, pollution and social tensions should not be issues that preoccupy citizens when the negative impacts are reported on television.
Rather urban regeneration encompassing social, environmental and aesthetic dimensions should be issues which concern us all on a daily basis and which we need to solve collectively.
During the 16th CEMAT Conference of the Council of Europe of Ministers responsible for Spatial/Regional Planning, held in Nafplion in June 2014 we have adopted the Nafplion Declaration, for the Promotion of Territorial Democracy in Spatial Planning.
According to this Declaration, Public participation should not be limited to residents in a given area but open to persons and groups having an interest in the plan or the process, such as the business community, the users of services, those who are likely to be affected or anticipate being directly or indirectly affected by the outcomes of the plan or the process, civil and other professional organisations. Public participation is an exercise in democracy and consolidates the legitimacy of a shared decision making process and the sustainability of its outcomes. Public participation should be included in the spatial planning process as an essential component of it, as far as possible from the inception of the planning until its completion and beyond, possibly covering the implementation and evaluation phase too.
At the same time the development of the “digital society” as witnessed by the exponential growth of the number of users of social media has immensely enlarged the potential and scope of participants in the consultation and decision-making processes, outside the traditional arenas of the democratic debate.
Ladies and Gentlemen,
Europe today does not risk being abducted by the mythical god Zeus. But it is being challenged by the threats which violence and extreme populist nationalism represents. These phenomena which have appeared in many parts of Europe add up to an identity crisis.
We need to overcome these expressions of identity crisis and overcome the sense of guilt which is affecting Europe and our democratic systems. We must reflect and act to end the increasing exclusions of young people from work, of women from career advancement, of Small and Medium Enterprises from borrowing, of elderly people from the necessary social and health care.
Above all we need to overcome the citizens΄sense that they are excluded from decision-making and that decision-makers are removed from their issues.
I wish to stress the importance of the European Innovation Partnership (EIP) “Smart Cities and Communities” which encourages cooperation between municipalities and industry to support the wide-scale deployment of innovative technologies in the areas of mobility management, energy generation, distribution and consumption, and information and communication technologies.
Our long-term goal must be for a zero-emissions economy with social and territorial cohesion intact. We must strive to develop a society of intelligent cities, a sustainable society of inclusive growth and job creation, which honors and respects individuals with disabilities and their right to equality of opportunity and access.
Ladies and gentlemen,
Certainly, the environmental, economic and social problems, as well as the challenges that our cities are facing at the dawn of the 21st century are numerous and do not lend themselves to easy solutions.
However, consistency and continuity in new planning procedures and regulations, combined with constructive cooperation in the decision-making process with all the stakeholders involved (from both private and public sectors), are both necessary conditions for new innovative investments and sustainable green growth, as well as for an improved quality of life for all citizens in our cities.
Thank you for your attention”.

