«Το τσιμέντο και η Ευρώπη», άρθρο μου στην Εφημερίδα “Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ” (18.4.2026)

(Στηρίζεται στην ομιλία της εκδήλωσης που συνδιοργανώσαμε με την Cement Europe " Urgent policy

actions for Europe’s Cement industry", Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 26/03/2026)

Η Ευρώπη αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, έχει δεσμευτεί να
ηγηθεί της παγκόσμιας προσπάθειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Από την άλλη,
καλείται να διατηρήσει τη βιομηχανική της βάση, την οικονομική της ανθεκτικότητα και τη στρατηγική
της αυτονομία. Η ισορροπία μεταξύ αυτών των στόχων αποτελεί το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα της
εποχής μας.
Ενδεικτική αυτής της πρόκλησης είναι η βιομηχανία τσιμέντου. Το τσιμέντο δεν αποτελεί απλώς ένα
ακόμη βιομηχανικό προϊόν. Είναι θεμέλιο των σύγχρονων κοινωνιών. Από τις κατοικίες και τα δίκτυα
μεταφορών έως τις ενεργειακές υποδομές και τα κέντρα δεδομένων, η οικονομική δραστηριότητα και η
γεωπολιτική ισχύς της Ευρώπης στηρίζονται πάνω του, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής
αλυσίδας αξίας των κατασκευών. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κατασκευαστικός τομέας αντιπροσωπεύει
περίπου το 10% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στηρίζει πάνω από 14,5 εκατομμύρια θέσεις
εργασίας.
Πέρα από την οικονομική του διάσταση, το τσιμέντο αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο σημερινό
γεωπολιτικό περιβάλλον. Αποτελεί βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη έργων ανανεώσιμης ενέργειας (για
κάθε 3MW αιολικών απαιτούνται 1.200 τόνοι τσιμέντου), στηρίζει τη λειτουργία ενεργειακών δικτύων
και μεταφορικών υποδομών, ενώ παραμένει απαραίτητο για κρίσιμες κατασκευές, από γέφυρες έως
σήραγγες. Με άλλα λόγια, συνδέεται άμεσα με την ανθεκτικότητα των οικονομιών και τη στρατηγική
αυτονομία της Ευρώπης.
Ταυτόχρονα, ο τομέας βρίσκεται ήδη σε τροχιά μετασχηματισμού. Έχει ήδη μειώσει σημαντικά τις
εκπομπές του σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, ενώ περισσότερα από 120 έργα καινοτομίας βρίσκονται
σε εξέλιξη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Παράλληλα, έχει θέσει ως στόχο την επίτευξη μηδενικών καθαρών
εκπομπών έως το 2050, με ενδιάμεσους σταθμούς τη μείωση κατά 37% έως το 2030 και κατά 78% έως το
2040.
Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει σύνθετη. Η παραγωγή τσιμέντου είναι ένας από τους λεγόμενους
«δύσκολους» τομείς απανθρακοποίησης (hard to abate), καθώς μεγάλο μέρος των εκπομπών προκύπτει
από την ίδια τη χημική διαδικασία παραγωγής και όχι μόνο από την κατανάλωση ενέργειας. Σε
παγκόσμιο επίπεδο, ο κλάδος εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε περίπου 5–7% των εκπομπών διοξειδίου του
άνθρακα (περίπου όσο οι εκπομπές από τη ναυτιλία και τις αεροπορικές μεταφορές συνολικά), γεγονός
που αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης αλλά και την ανάγκη για τεχνολογικά σύνθετες λύσεις. Η
μετάβαση, επομένως, δεν είναι απλώς θέμα ενεργειακής υποκατάστασης, αλλά απαιτεί βαθύ
βιομηχανικό μετασχηματισμό, επενδύσεις σε τεχνολογίες όπως η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα,
καθώς και καινοτομία σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.
Το κρίσιμο στοίχημα είναι η μετάβαση να πραγματοποιηθεί χωρίς να υπονομεύσει την
ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Σήμερα, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά από προκλήσεις: υψηλό
ενεργειακό κόστος, αυξανόμενες κανονιστικές επιβαρύνσεις, αυστηρές πολιτικές για τον άνθρακα και
ταυτόχρονα εντεινόμενος ανταγωνισμός από εισαγωγές με χαμηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα. Ο
κίνδυνος είναι υπαρκτός. Αν η παραγωγή μετακινηθεί εκτός Ευρώπης, οι παγκόσμιες εκπομπές δεν θα
μειωθούν, απλώς θα μεταφερθούν αλλού, μαζί με τις θέσεις εργασίας και τις επενδύσεις.

2
Η πραγματικότητα αποτυπώνεται καθαρά και σε εθνικό επίπεδο. Στην Ελλάδα, τα πρόσφατα μέτρα
στήριξης της ενεργοβόρας βιομηχανίας παρουσιάστηκαν ως απάντηση στο πρόβλημα. Στην πράξη, όμως,
παραμένουν αποσπασματικά, έρχονται με καθυστέρηση και δεν επιλύουν μακροπρόθεσμα το ζήτημα. Η
βιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί υπό συνθήκες υψηλού κόστους, αβεβαιότητας και άνισου
ανταγωνισμού.
Παρά ταύτα, η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία διατηρεί ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, με περίπου το
80% της παραγωγής να κατευθύνεται σε διεθνείς αγορές, ενώ η δραστηριότητά της λειτουργεί ως
σημαντικός πολλαπλασιαστής για την οικονομία της χώρας, καθώς κάθε 1 ευρώ παραγωγής, αντιστοιχεί
σε περίπου 2 ευρώ προστιθέμενης αξίας στο ΑΕΠ. Ο τομέας απασχολεί περίπου 3.000 άμεσες και
έμμεσες θέσεις εργασίας.
Ταυτόχρονα, ο κλάδος στην Ελλάδα έχει αναπτύξει σημαντικές πρωτοβουλίες βιωσιμότητας,
επενδύοντας συστηματικά στη χρήση εναλλακτικών και δευτερογενών καυσίμων, στη μείωση της
κατανάλωσης φυσικών πόρων, στην αποκατάσταση λατομικών περιοχών, σε δράσεις που ενισχύουν τη
βιοποικιλότητα και την περιβαλλοντική ισορροπία, ενώ αξιοποιεί πλέον και ψηφιακά εργαλεία και
τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, για τη βελτιστοποίηση της παραγωγής και τη μείωση του
περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Χωρίς ανταγωνιστικότητα, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη μετάβαση. Και η απάντηση, φυσικά, δεν
μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Απαιτείται μια συνεκτική ευρωπαϊκή στρατηγική που θα επιτυγχάνει
τρεις στόχους ταυτόχρονα:
Πρώτον, τη διατήρηση της πορείας προς την κλιματική ουδετερότητα. Η δέσμευση για μηδενικές
εκπομπές δεν είναι διαπραγματεύσιμη, αποτελεί θεμελιώδη επιλογή για το μέλλον της Ευρώπης.
Δεύτερον, την ενίσχυση της βιομηχανικής ισχύος και της στρατηγικής αυτονομίας. Η Ευρώπη οφείλει να
διατηρήσει την παραγωγική της βάση, να στηρίξει τις επενδύσεις και να προστατεύσει τις θέσεις
εργασίας.
Τρίτον, τη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η μετάβαση πρέπει να είναι δίκαιη, να στηρίζει τους
εργαζομένους και τις Περιφέρειες και να κατανέμει τα οφέλη της ισότιμα.
Για να επιτευχθούν τα παραπάνω, απαιτείται μια νέα σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ
πολιτικής και βιομηχανίας, μεταξύ κλιματικής φιλοδοξίας και βιομηχανικής στρατηγικής, μεταξύ
ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Η δημόσια πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένα από την
παραγωγή, πρέπει να συνδιαμορφώνεται με αυτήν. Η επιτυχία της απανθρακοποίησης της βιομηχανίας
τσιμέντου μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για ολόκληρη την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Τέλος, πρέπει να αναγνωρίσουμε μια βασική πραγματικότητα. Δεν υπάρχει, σε μεγάλη κλίμακα, υλικό
που να μπορεί να αντικαταστήσει το τσιμέντο ως προς την αντοχή, την ανθεκτικότητα και την ευελιξία
του. Αυτό καθιστά τη σωστή διαχείριση της μετάβασης όχι απλώς σημαντική, αλλά απολύτως κρίσιμη.
Μπορεί η πρόκληση να είναι μεγάλη, αλλά εξίσου μεγάλη είναι κι η ευκαιρία. Η πράσινη μετάβαση είναι
αδιαπραγμάτευτη, όμως, το σημαντικό είναι Ευρώπη και Ελλάδα να προχωρήσουν με τρόπο
αποφασιστικό, που θα ενισχύει και δεν θα αποδυναμώνει, τη θέση τους στον κόσμο.