«Το ευρωπαϊκό πλαίσιο των δικαιωμάτων και της ευημερίας και η Ελλάδα», άρθρο μου στην Εφημερίδα “ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ” (09.5.2026)

Οι πολίτες που είχαν την ευκαιρία να επισκεφτούν κάποιο Ευρωπαϊκό Όργανο (την Ημέρα της Ευρώπης άλλωστε πολλά κτήρια της ΕΕ είναι επισκέψιμα), θα έχουν προσέξει ότι σημαντικές αίθουσες φέρουν το όνομα σπουδαίων, για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ευρωπαίων.

Αναντίρρητα οι μεγάλες προσωπικότητες ήταν αυτές που προώθησαν σημαντικά την ενοποίηση, όπως ο Robert Schuman, που παρουσίασε τη δεκαετία του 1950 το σχέδιο για μεγαλύτερη συνεργασία στην Ευρώπη, οι Jean Monnet και Paul-Henri Spaak που είχαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της θεσμικής αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά και οι Jacques Delors, Helmut Kohl και François Mitterrand, που διαμόρφωσαν τη σημερινή Ευρώπη τη δεκαετία του 1980. Σε αυτούς ίσως θα πρέπει να προσθέσουμε τον Jean-Claude Juncker και τον Mario Draghi, που διαχειρίστηκαν την κρίση χρέους την προηγούμενη δεκαετία, και ιδίως τον δεύτερο καθώς η πολιτική του στην Κεντρική Τράπεζα «Whatever it takes» για το ευρώ ίσως τελικά να διέσωσε την θέση της χώρα μας στην ΕΕ.

Δυστυχώς, η σημερινή ηγεσία της ΕΕ, που αντικατοπτρίζει την εκλογική κυριαρχία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δεν μπορεί να συγκριθεί με τους προκατόχους της. Η Ευρώπη απογοητεύει τους πολίτες της, καθώς οι ηγεσίες της έχουν υιοθετήσει μια προσέγγιση χαμηλών προσδοκιών και περιστασιακής διαχείρισης των προβλημάτων. Για παράδειγμα, αντί να αντιμετωπίζεται η βασική αιτία των οικονομικών δεινών που προκαλούν οι συχνές αναταράξεις στον ενεργειακό εφοδιασμό, που είναι η μεγάλη εξάρτηση μας από τρίτες χώρες (57% η ΕΕ, 78% η Ελλάδα και 88% η Κύπρος το 2024), οι ηγέτες της ΕΕ αναλώνονται σε συζητήσεις για παροδικές φοροαπαλλαγές και επιδόματα. Στα δε κορυφαία γεωπολιτικά ζητήματα, όπως οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, και η ασύμμετρη πολιτικά και οικονομικά σχέση μας με τις ΗΠΑ και τις διαρκώς ισχυροποιούμενες χώρες της Ανατολής, 76 χρόνια μετά την Διακήρυξη του Robert Schuman στις 9 Μαΐου 1950, η Ευρώπη πρέπει να αναζητήσει αυτό ακριβώς που οραματίστηκε, και ανέφερε πρώτο-πρώτο, ο τότε Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών: «η παγκόσμια ειρήνη δεν μπορεί να διαφυλαχθεί αν δεν αναληφθούν δημιουργικές προσπάθειες ανάλογες των κινδύνων που την απειλούν».

Αντίθετα, οι ευρωπαίοι πολίτες είναι πολύ πιο φιλόδοξοι από τις σημερινές ηγεσίες της ΕΕ, τασσόμενοι υπέρ μιας ισχυρότερης Ευρώπης, όπως στην οικονομική ανεξαρτησία και το διαφοροποιημένο εμπόριο (83%), αλλά και την κοινή άμυνα (79%) και αναγνωρίζοντας σε ποσοστό 74% ότι η συμμετοχή στην ΕΕ έχει συνολικά ευνοήσει τη χώρα τους (Eurobarometer 104, Φθινόπωρο 2025). Η μεγαλύτερη, ίσως, πηγή απογοήτευσης για την ΕΕ προέρχεται λοιπόν από το διερευνώμενο χάσμα μεταξύ προσδοκιών των πολιτών μας και ικανότητας της Ένωσης να επιλύει προβλήματα.

Προφανώς δεν χρειάζεται μηδενισμός, που θα οδηγήσει στο γκρέμισμα σημαντικών κατακτήσεων, όπως «πονηρά» επιδιώκουν ακροδεξιοί και άλλοι λαϊκιστές αντιευρωπαϊστές. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι η Ευρώπη είναι μια νησίδα ασφάλειας και σταθερότητας, που κατοχυρώνει σημαντικά δικαιώματα στους πολίτες της, σε έναν κόσμο πολεμικών συγκρούσεων και γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολίτες καταφεύγουν σε Ευρωπαϊκά Όργανα, όπως το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και το Δικαστήριο όταν παραβιάζονται από τη χώρα τους πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ελευθερίες τους. Στην Ολομέλεια του Κοινοβουλίου αναδείξαμε τα προβλήματα του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, λόγω των υποκλοπών, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ήταν αυτή που «ξήλωσε» τους σχεδιασμούς της Κυβέρνησης της ΝΔ στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση κατάφερε να ακυρώσει τις πιο φρικτές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας και να δώσει ρόλους ακόμα και στα μικρότερα κράτη. Για παράδειγμα η Σιμόν Βέιλ, επιζήσασα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, το 1979, τέθηκε επικεφαλής του πρώτου άμεσα εκλεγμένου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και έγινε η πρώτη γυναίκα επικεφαλής οποιουδήποτε θεσμικού οργάνου της ΕΕ. Ενώ σήμερα, η Πρόεδρος του Κοινοβουλίου προέρχεται από ένα από τα μικρότερα κράτη μέλη, την Μάλτα.

Στις μέρες μας, χρειάζονται φιλόδοξες πρωτοβουλίες που θα απαντούν στις σύγχρονες προκλήσεις. Για παράδειγμα στον τομέα ενέργειας, όπως η Ευρώπη έδωσε προτεραιότητα τη δεκαετία του ’50 σε πολιτικές για τον άνθρακα (Συνθήκη Άνθρακα και Χάλυβα), τον βασικό ενεργειακό πόρο που τροφοδότησε τις συγκρούσεις Γερμανίας – Γαλλίας στους δυο Παγκόσμιους Πολέμους και τα πυρηνικά (Συνθήκη EURATOM), την τότε ενέργεια του μέλλοντος, έτσι και σήμερα πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες ενσωμάτωσης των πράσινων μορφών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα, με όρους αειφορίας, οικονομικότητας και ασφάλειας εφοδιασμού. Η προώθηση των ΑΠΕ θα πρέπει να βασίζεται σε μια ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση κατασκευής πράσινων τεχνολογιών, όπως και σε έναν ευρωπαϊκό τομέα εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης κρίσιμων πρώτων υλών, με απώτερο στόχο τα οφέλη της πράσινης μετάβασης να μοιράζονται με δίκαιο τρόπο σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και Περιφέρειες της ΕΕ.

Σε αυτό το θεσμικά κατοχυρωμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο των δικαιωμάτων, της αυτονομίας, της ανθεκτικότητας και της ευημερίας θα πρέπει να οραματιζόμαστε το μέλλον της χώρας μας.