Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Αντώνη Παπαγιαννίδη και το εξαιρετικό KReport που επιμελήθηκε για το βιβλίο μου «Επειδή δεν υπάρχει Planet B».
Επειδή δεν υπάρχει Planet B, του Γιάννη Μανιάτη (σε συνεργασία με Μ. Προβατά), Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα 2023, σελίδες 217
Είναι ο Γιάννης Μανιάτης από τους ελάχιστους ανθρώπους στην Ελλάδα που διαθέτει βαθύτερη γνώση των περιβαλλοντικών προκλήσεων όπως πορεύονται σφιχταγκαλιασμένες με το ενεργειακό – από τους ελάχιστους, δηλαδή, αν δεν μείνει κανείς στην γενικόλογη μηντιακή αποτύπωση των παραπάνω. Το θέλησε μάλιστα το τυχαίο των πολιτικών πραγμάτων να βρεθεί με το χαρτοφυλάκιο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής στις Κυβερνήσεις ΓΑΠ και Σαμαρά/Βενιζέλου, και τούτο την εποχή που στην ΕΕ αποκρυσταλλώνονταν οι (υποτίθεται μακροπρόθεσμες…) επιλογές στα περιβαλλοντικά και στην ενεργειακή διαχείριση: Πόσοι Ευρωπαίοι πολιτικοί είχαν την ευκαιρία να προεδρεύουν – το 2014 – και του Συμβουλίου Περιβάλλοντος και εκείνου της Ενέργειας, με όλες τις φιλοδοξίες αλλά και τις αμφιβολίες που (ήδη) πρόβαλλαν στον ορίζοντα;
Με αυτήν του την εμπειρία, αλλά και με συνεχιζόμενη ενασχόλησή του με τα ενεργειακά – ας πούμε την ευθύνη του Μεταπτυχιακού «Κλιματική κρίση και τεχνολογίες πληροφορικής» στο ΠαΠει, δηλαδή εκεί όπου τέμνονται οι δυο κυρίαρχες προτεραιότητες ενεργειακής και ψηφιακής μετάβασης της ΕΕ. παράλληλα όμως και την ευθύνη συμβούλου για τα ενεργειακά στον ΣΕΒ – ο Γ. Μανιάτης έχει ενδιαφέρον ότι επέλεξε γι αυτό το βιβλίο μια προσέγγιση συνειδητής εκλαΐκευσης. Από τον ίδιο τον τίτλο «Επειδή δεν υπάρχει Planet B», που παραπέμπει σε οικολογική κινητοποίηση παλαιότερων εποχών, μέχρι και την επιλογή μιας φόρμας συζήτησης με τον (δημοσιογράφο) Μάκη Προβατά, στόχος δείχνει να είναι η ευρύτερη διάχυση των μηνυμάτων. Όμως -προσοχή!- όχι των «εύκολων» μηνυμάτων περί επικείμενης οικολογικής καταστροφής ή/και ανάγκης επίσπευσης της μετάβασης στις ΑΠΕ/ανανεώσιμες, με δαιμονοποίηση των αναγκαίων ακόμη και μεταβατικής χρήσης υδρογονανθράκων (λέγε με «φυσικό αέριο»).
Να δώσουμε εδώ ένα παράδειγμα: Καταγράφει ο Γ. Μανιάτης την προσπάθεια αυξημένης ένταξης ανανεώσιμων στο ενεργειακό μείγμα – με καταγραφή π.χ. ότι 28% της ηλεκτροπαραγωγής καλύπτεται από ΑΠΕ. Πλην όμως… ο ηλεκτρισμός καλύπτει μόλις το 17% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης! Το μεγαλύτερο ποσοστό (51%) αφορά τις ανάγκες ψύξης (λέγε με «air condition») και θέρμανσης: Τί ποσοστό εισφέρουν οι ΑΠΕ, εδώ; 11,2%. Το υπόλοιπο 32% των συνολικών αναγκών αφορά τις μεταφορές (λέγε με «αυτοκίνητο»): Πόσο καλύπτεται από ΑΠΕ; 3,7%! Έτσι, λοιπόν, βλέπει νωρίς στην ανάλυση Μανιάτη να μπαίνει στο προσκήνιο η υπόθεση του υδρογόνου – που όμως ακόμη και για τη χρήση στη βιομηχανία είναι μια δύσκολη υπόθεση. Ενώ, την ίδια στιγμή, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας/ΙΕΑ «θυμίζει» ότι μέχρι το 2050 – τότε, π.χ., που η Ευρώπη έχει τάξει στόχο μηδενικών εκπομπών άνθρακα – στον καλό μας τον πλανήτη θα έχουν προστεθεί 2 δισ. άνθρωποι (λόγω Αφρικής και Ινδίας).
Ήδη αυτή η συμπύκνωση προβλημάτων οδηγεί την προσέγγιση Γ. Μανιάτη να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην συνεισφορά της καθημερινότητας των ανθρώπων στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης μέσα από την εξοικονόμηση ενέργειας. Εκεί, μάλιστα, αναμένει τον αναγνώστη μια θετική έκπληξη: Ενώ η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ενεργειακά πιο σπάταλες χώρες της ΕΕ, στην αξιολόγηση των προγραμμάτων/της στρατηγικής εξοικονόμησης ενέργειας, η χώρα βρισκόταν – κυρίως λόγω του προγράμματος «Εξοικονομώ κατ’ οίκον» – στις πέντε πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ. (Με την πρόσθετη σημείωση ότι «70-75% των πρώτων υλών του προγράμματος εξοικονόμησης προέρχονται από ελληνικές επιχειρήσεις, παράγεται από Έλληνες εργαζόμενους». Η διάσταση αυτή επανέρχεται συνεχώς στις τοποθετήσεις Γ. Μανιάτη: στο βιβλίο αυτό αποτυπώνεται ως «Made in Greece Πράσινη Μετάβαση»).
Στο σημείο αυτό αξίζει να κάνουμε μια παρέκβαση. Το βιβλίο Μανιάτη-Προβατά έχει στις πρώτες του σελίδες χαιρετισμό του Οικουμενικού Πατριάρχη. Και θα μπορούσε κανείς, ενδεχομένως, να υποθέσει ότι πρόκειται για μια συμβολική κίνηση στήριξης/επιβράβευσης, αν δεν υπήρχε η επίγνωση ότι – στα πρώτα πάντως χρόνια της Πατριαρχίας του, δεκαετία του ΄90, ο Βαρθολομαίος Β’ είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην οικολογική συνείδηση με βάση την αρμονία του ανθρώπου με την πλάση (μέχρι σημείου να γίνει διεθνώς γνωστός ως «ο Πράσινος Πατριάρχης»). Όταν λοιπόν στον χαιρετισμό του γράφει «έχομεν ανάγκην ενός «πολιτισμού του είναι», μεταβάσεως από την κτητικήν νοοτροπίαν εν το μετοχικόν ήθος, ενός τρόπου του βίου θεμελιωμένου εις τον σεβασμόν της δημιουργίας και της ιερότητος του ανθρώπινου προσώπου, ενός «πολιτισμού αλληλεγγύης»», απηχεί την φιλοσοφία των λησμονημένων πλέον Συνεδρίων της Πάτμου, «Περιβάλλον και Θρησκεία».
Ενώ και τα προλεγόμενα του Γ.Γ. της Ακαδημίας Αθηνών Χρήστου Ζερεφού, ο οποίος έχει καθοριστικό ρόλο στην στηριζόμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος έρευνα για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής σε οικονομία και κοινωνία, δείχνουν προς την κατεύθυνση μιας ευρύτερης «ανάγνωσης» του βιβλίου. Για το οποίο ο ίδιος ο Γιάννης Μανιάτης, θυμίζοντας ότι η συγγραφή είχε ξεκινήσει το 2020, δηλαδή στα χρόνια της πανδημίας, αλλά ολοκληρώθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την συνακόλουθη ενεργειακή κρίση – αρχές 2022 – αλλά και με δεδομένη την συσσώρευση οικολογικών καταστροφών το καλοκαίρι του 2023 – πυρκαγιές Ρόδου, Δαδιάς, Πάρνηθας. πλημμύρες Μαγνησίας, Τρικάλων, Καρδίτσας , Λάρισας – δεν παραλείπει να θέσει το δάκτυλο «επί των τύπων των ήλων». Μιλώντας, πέρα και πάνω από τα τεχνοκρατικά, για «συνθήκες κοινωνικών αδικιών, επισιτιστικών ελλείψεων και απουσίας αλληλεγγύης».
Έρχεται η ενημερωτική-αφυπνιστική στόχευση του Γ. Μανιάτη να συνδυάσει την γεωπολιτική προσέγγιση, που ασφαλώς και δεν μπορεί/δεν είναι νοητό να λείπει από την προσέγγιση της δίδυμης θεματικής περιβάλλοντος-ενέργειας, με μια ρεαλιστική αποτύπωση του πώς καταγράφεται σήμερα το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα: Πώς π.χ. η Νορβηγία, βασικός προμηθευτής υδρογονανθράκων στην Ευρώπη, επιχειρεί να μετακινηθεί προς άλλη λογική (πράγμα που πήγε να επιχειρήσει και το «δικό μας» Ταμείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γενεών, όταν συζητιόταν σοβαρά η αναζήτηση εγχώριων ενεργειακών πόρων), ή πάλι ποιες χώρες συνέχιζαν να στηρίζονται στην πυρηνική ενέργεια (τραγική ειρωνεία: Αμέσως μετά τη Γαλλία, καταγραφόταν η Ουκρανία…), ή ακόμη πώς τοποθετείται η Κίνα στην εξίσωση του αύριο (τόσο σε στόχευση ΑΠΕ, όσο και στην ευρύτερη σκακιέρα των καίριων πρώτων υλών).
Αυτή η συνδυαστική ματιά Μανιάτη, του επιτρέπει να επανέρχεται υπομονετικά στην υπόθεση της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της Ελλάδας. Με σταθερή την επισήμανση πως «είναι βέβαιο ότι τουλάχιστον μέχρι το 2050 θα χρησιμοποιείται το φυσικό αέριο σε όλον τον κόσμο, και ασφαλώς και στην Ευρώπη» – επιμένοντας σε μια «στρατηγική ΚΑΙ (ανανεώσιμα) ΚΑΙ (φυσικό αέριο)», αντί για την τόσο πιο εύκολη προβαλλόμενη πολιτικά-μιντιακά ΕΙΤΕ – ΕΙΤΕ. Μια τέτοια προσέγγιση, μαζί με τις αναφορές στις προοπτικές του κλάδου των ορυκτών στην Ελλάδα, πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα του εύκολου, της πεπατημένης. Γι αυτό και αξίζει ξεχωριστή μνεία.
Δείτε το άρθρο ηλεκτρονικά ΕΔΩ

