Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με πολλές προκλήσεις. Προκλήσεις που προκύπτουν αφενός από την ανατροπή εσωτερικών ισορροπιών αφετέρου από την επενέργεια ευρύτερων διεθνών εξελίξεων.
Βγαίνουμε από μία εποχή σταθερότητας και ασφάλειας και εισερχόμαστε σε μία νέα πραγματικότητα, όπου κυριαρχεί η γεωπολιτική και γεωοικονομική ρευστότητα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και – με διορατικότητα – να επιδιώξει τη δική της στρατηγική αυτονομία σε όλους τους ευαίσθητους τομείς.
Το μέλλον ανήκει στους τολμηρούς και τους οραματιστές.
Δείτε το άρθρο ηλεκτρονικά ΕΔΩ
Η Ευρώπη μπροστά σε νέες προκλήσεις
Των Γιάννη Μανιάτη (*) και Μάνου Καραγιάννη (**)
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με πολλές εξωτερικές και εσωτερικές προκλήσεις που απαιτούν σύνεση και διορατικότητα. Βγαίνουμε από μια εποχή σταθερότητας και ασφάλειας και εισερχόμαστε σε μια νέα πραγματικότητα όπου κυριαρχεί η γεωπολιτική και γεωοικονομική ρευστότητα.
Στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται με αμείωτη ένταση εδώ και δύο χρόνια. Η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο συνιστά μια στρατηγική επιλογή για την ενωμένη Ευρώπη, παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζονται από ορισμένα κράτη-μέλη. Μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης έντασης με τη Μόσχα, οι Βρυξέλλες καλούνται να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας, της Μολδαβίας και της Γεωργίας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί μια ζώνη ελευθερίας και δημοκρατίας στην ανατολική γειτονιά της ΕΕ.
Αυτή η αναγκαιότητα καθίσταται επιτακτική από την έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος στη Γάζα έχει αρχίσει να αποσταθεροποιεί γειτονικές χώρες, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η Χαμάς και η Χεζμπολάχ συνεχίζουν τις επιθέσεις τους εναντίον του Ισραήλ, παρά την προσφυγοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Η ιρανικός παράγοντας εξακολουθεί να υπονομεύει την περιφερειακή ασφάλεια. Η εξελισσόμενη κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα δημιουργεί νέα δεδομένα για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην περιοχή και πλήττει την παγκόσμια οικονομία. Λόγω γεωγραφικής εγγύτητας και οικονομικών δεσμών, η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια πλέον να αγνοεί τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Εκτός του άμεσου περίγυρου της, η Ευρώπη οφείλει να αξιολογεί συνεχώς τις αλλαγές που συντελούνται στο διεθνές σύστημα. Οι ΗΠΑ έχουν μπει σε μια εκλογική χρονιά, η οποία προς το παρόν δείχνει αμφίρροπη. Μια πιθανή επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ θα θέσει υπό αμφιβολία την αξιοπιστία της αμερικανικής στρατηγικής στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, μια τέτοια πολιτική εξέλιξη θα προκαλέσει μεγάλο σκεπτικισμό για το μέλλον της διατλαντικής συνεργασίας στον τομέα της οικονομίας και της ενέργειας. Οι αμερικανικές επιδοτήσεις για πράσινες επενδύσεις ήδη ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες δις δολάρια, λόγω της νομοθεσίας για τη μείωση του πληθωρισμού (Inflation Reduction Act). Την ίδια ώρα, η Ένωση συνεχίζει το «ξύσιμο του βαρελιού» με παλιά μη αξιοποιημένα προγράμματα μερικών δεκάδων δις ευρώ που δεν στηρίζουν ουσιαστικά την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Έτσι πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις τελικά επιλέγουν τη μετεγκατάσταση στις ΗΠΑ.
Μια άλλη πηγή ανησυχίας είναι η κρίση της γερμανικής οικονομίας. Η οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική αδράνεια και αμηχανία. Η βιομηχανική παραγωγή έχει επιστρέψει στα επίπεδα της περιόδου 2007-2008 ως αποτέλεσμα της απουσίας του πάμφθηνου ρωσικού φυσικού αερίου. Προφανώς, η προβληματική κατάσταση της γερμανικής οικονομίας αντανακλά ευθέως στο σύνολο της Ε.Ε.
Υπό το πρίσμα αυτής της διαπίστωσης, η ΕΕ καλείται να διαμορφώσει το δικό της πλαίσιο για την ανάπτυξη των σχέσεων της με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Εκτός από σημαντικός επενδυτικός εταίρος, η Κίνα αποτελεί και έναν σκληρό εμπορικό ανταγωνιστή. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Η μείωση κατά 40% στις τιμές των φωτοβολταϊκών πάνελ που εξάγει η Κίνα οδηγεί σε οικονομικό αφανισμό όσες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παράγουν το ίδιο προϊόν. Επιπρόσθετα, η Κίνα κατέχει έως και 80% της αλυσίδας παραγωγής σε όλες τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στην πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση της Ένωσης. Αυτή η ασυμμετρία στη σχέση μας με το Πεκίνο μπορεί να αποδειχθεί το ίδιο καταστροφική με την παλαιότερη εξάρτηση κατά 40% από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Οι εν εξελίξει αγροτικές κινητοποιήσεις αποκαλύπτουν την ακατανόητη πολιτική της Ένωσης και στον πρωτογενή τομέα, ακόμη και όταν οι προθέσεις είναι σωστές. Η νέα πράσινη Κ.Α.Π. έβαλε φιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους που όμως αντικειμενικά οδηγούν σε μείωση των αγροτικών εισοδημάτων. Χωρίς μέτρα αναπλήρωσης των απωλειών αγροτικών εισοδημάτων, μείωσης των εξωφρενικών αυξήσεων των αγροτικών εφοδίων ή προστασίας από ανταγωνιστικές αγορές τρίτων χωρών, που όμως δεν εφαρμόζουν ανάλογους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, οι ευρωπαίοι αγρότες αντιμετωπίζουν ένα ζοφερό οικονομικό περιβάλλον. Τα ίδια τραγικά λάθη έχουν γίνει στη διαχείριση της ενεργειακής κρίσης με την προώθηση μόνο της πράσινης μετάβασης, αγνοώντας τους άλλους δύο βασικούς πυλώνες της βιώσιμης ενέργειας, δηλαδή την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ και τη διόγκωση της ενεργειακής φτώχειας (με κόστος 600 δις ευρώ δημόσιο χρήμα).
Καταληκτικά, η ενωμένη Ευρώπη βρίσκεται απέναντι σε νέες μεγάλες προκλήσεις που προκύπτουν από την ανατροπή εσωτερικών ισορροπιών και την επενέργεια ευρύτερων διεθνών εξελίξεων. Η Ευρώπη οφείλει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και να επιδιώξει τη δική της στρατηγική αυτονομία σε όλους τους ευαίσθητους τομείς. Το μέλλον ανήκει στους τολμηρούς και τους οραματιστές.
(*) Ο Γιάννης Μανιάτης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς, πρώην υπουργός Ενέργειας.
(**) Ο Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

