✍️ «Μεγάλες προκλήσεις κι ευκαιρίες για Ελλάδα κι Ευρώπη», άρθρο μου στην Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (21.02.2026)

Το 2025 υπήρξε έτος – καμπή, δημιουργώντας νέους κινδύνους, αλλά και τεράστιες ευκαιρίες. Ο πλανήτης μπαίνει γοργά στην εποχή του εξηλεκτρισμού, η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει στο προσκήνιο, οι αναδυόμενες οικονομίες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με αυτές της Δύσης, ενώ ταυτόχρονα η σημασία της κρατικής παρέμβασης αυξάνει έναντι της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, λόγω της έντασης των γεωπολιτικών και οικονομικών ανταγωνισμών. Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος των ΗΠΑ ενισχύθηκε σημαντικά, κυρίως μέσω της συνεχώς αυξανόμενης παραγωγής LNG, ενώ αυτός της Ρωσίας απομειώθηκε περαιτέρω, ιδίως στην ήπειρό μας.

Την ίδια στιγμή, σε ένα όλο και πιο ρευστό παγκόσμιο γεωπολιτικό και εμπορικό περιβάλλον, δυστυχώς ενισχύθηκαν οι κίνδυνοι για την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και η εύλογη ανησυχία για το κόστος ενέργειας στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ειδικότερα:

Α. Προστέθηκαν νέες ευπάθειες στις αλυσίδες ενεργειακού μας εφοδιασμού, καθώς η δραστική διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα της Ευρώπης και ο εξηλεκτρισμός, μας καθιστούν ιδιαίτερα εξαρτημένους από κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες που εξορύσσονται κι επεξεργάζονται σε τρίτες χώρες και κυρίως την Κίνα.

Β. Λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, της κλιματικής κρίσης και της βελτίωσης της αμυντικής και ψηφιακής τεχνολογίας, οι ενεργειακές – και άλλες – υποδομές είναι πιο εκτεθειμένες σε κυβερνοεπιθέσεις, ακραία καιρικά φαινόμενα και σύγχρονες απειλές, όπως τα drones.

Γ. Ειδικά για την Ελλάδα, λόγω των αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στο εθνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων, εξακολουθούμε να είμαστε πλήρως εξαρτημένοι για ορυκτά καύσιμα από τρίτους. Σήμερα αλλάζουμε κύριο πάροχο φυσικού αερίου, με την ελπίδα ο νέος να αποδειχθεί πιο αξιόπιστος από τον προηγούμενο. Όμως, με τις ελπίδες κανείς δεν έκανε σοβαρή πολιτική, ιδίως στις μέρες μας όπου αμφισβητείται το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας και η πρωτοκαθεδρία του διεθνούς Δικαίου και του status quo.

Δ. Στο κρίσιμο πεδίο του ενεργειακού κόστους, η Ευρώπη και η Ελλάδα εξακολουθούν να υπολείπονται των κύριων ανταγωνιστών τους, κυρίως γιατί δεν κατάφεραν ακόμα να μετατρέψουν το χαμηλό κόστος παραγωγής των ΑΠΕ σε χαμηλές τιμές για τους τελικούς καταναλωτές (νοικοκυριά και επιχειρήσεις). Χρειάζονται σημαντικές επενδύσεις σε εσωτερικά και διασυνοριακά δίκτυα και αποθήκευση, αλλά και θεσμικές αλλαγές στην εποπτεία και λειτουργία των αγορών, το διασυνοριακό εμπόριο και την ορθολογικότερη διαχείριση προσφοράς και ζήτησης.

Από την άλλη μεριά, οι εποχές μεγάλων ανακατατάξεων δημιουργούν τεράστιες ευκαιρίες, αρκεί να θελήσουν και να μπορέσουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις να τις αξιοποιήσουν. Αποτελεί παρήγορο ότι Θεσμοί της ΕΕ, αλλά και αρκετά κράτη-μέλη της, καταλαβαίνοντας τα διακυβεύματα, αποφάσισαν να συνδυάσουν τους υψηλούς ρυθμούς ενεργειακής μετάβασης, με την προώθηση των άλλων δυο βασικών στόχων αειφορίας, την Ενεργειακή Ασφάλεια και Οικονομικότητα. Αυτό είναι ήδη ορατό σε πρωτοβουλίες της Επιτροπής για τα δίκτυα ενέργειας και τις κρίσιμες πρώτες ύλες, ενώ ακολουθούν τους επόμενους μήνες η Λευκή Βίβλος για τον ηλεκτρισμό (για να αντιμετωπιστεί το κόστος ενέργειας) και προτάσεις για την ενεργειακή ασφάλεια, τις επενδύσεις και τη φορολόγηση ενέργειας.

Ειδικότερα για τη χώρα μας υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες, που αποτελούν ιστορικό χρέος της σημερινής και των επόμενων κυβερνήσεων να αξιοποιηθούν. Ειδικότερα:

Α. Η υλοποίηση του Κάθετου Διαδρόμου, όπως τον σχεδιάσαμε την περίοδο 2010-2014 όταν και υπέγραψα με τους ομολόγους μου Ρουμανίας και Βουλγαρίας την πρώτη συμφωνία (2014), είναι μια τεράστια γεωπολιτική ευκαιρία για την Ελλάδα, καθώς η ενεργειακή ασφάλεια της ΝΑ Ευρώπης και η πρόσβαση κυρίως αμερικανικών εξαγωγών LNG στην περιοχή, θα βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στη Βόρεια Ελλάδα.

Β. Ήδη κατασκευάζονται ή σχεδιάζονται νέες υποδομές, όπως η διασύνδεση του εθνικού συστήματος φ.α. με τη Βόρεια Μακεδονία, ένα δεύτερο FSRU στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με αέριο. Όλες αυτές οι υποδομές (υπάρχουσες και νέες) δημιουργούν έσοδα του δημοσίου και προστιθέμενη αξία στις τοπικές κοινωνίες. Χρειάζεται στρατηγική, επιμονή και υπομονή από την κυβέρνηση, διαφορετικά κινδυνεύουμε να έχουμε πισωγυρίσματα, όπως το 2022-2023, με τους υδρογονάνθρακες στη Νότια Ελλάδα, όταν εγκατέλειψαν τη χώρα εγκατεστημένοι επενδυτές κορυφαίας εμβέλειας, όπως οι Total και Repsol, λόγω κυβερνητικής αδιαφορίας και γραφειοκρατικών καθυστερήσεων.

Γ. Μετά την αλλαγή στάσης των ΗΠΑ και τις πρωτοβουλίες των Chevron και ExxonMobil να ζητήσουν οικόπεδα, που έχουμε προκηρύξει ήδη από το 2014, η κυβέρνηση αναγκάστηκε επιτέλους, να ενεργοποιήσει ξανά το εθνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων.  Η Ελλάδα μπορεί μέσα από τους υδρογονάνθρακές της να μειώσει τη μεγάλη της ενεργειακή εξάρτηση, να διευκολύνει την ομαλή της πράσινη μετάβαση, να βελτιώσει τον γεωπολιτικό της ρόλο στην περιοχή και να κατοχυρώσει στην πράξη τα δικαιώματα που της αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο, να δημιουργήσει καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και σημαντικά έσοδα για τις Περιφέρειες και το ασφαλιστικό σύστημα, όπως ήδη έχουμε θεσμοθετήσει από το 2013 με το «Ταμείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Γενεών» (Ν.4162/2013).

Δ. Οι πρωτοβουλίες της ΕΕ προσφέρουν νέες σημαντικές προοπτικές για τα επόμενα χρόνια. Για παράδειγμα, το καινούριο πρόγραμμα Connecting Europe Facility για την χρηματοδότηση Υποδομών Ενέργειας, ύψους 30 δισ. ευρώ, με προϋπολογισμό 5πλάσιο από τον προηγούμενο, για το οποίο είμαι ο αρμόδιος Εισηγητής των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών. Επίσης, η πρόταση για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για μια χώρα με πλούσιο και ανεκμετάλλευτο ορυκτό πλούτο, όπως η δική μας, ενώ η Λευκή Βίβλος για τον ηλεκτρισμό μπορεί να συμβάλει στη μείωση του υψηλού κόστους ενέργειας.

Τελικά, είναι απαραίτητο η Ελλάδα να μετατρέψει ξανά τους κινδύνους σε ευκαιρίες, με στρατηγικό σχεδιασμό και διακομματική συναίνεση, αξιοποιώντας κάθε ευκαιρία που προσφέρουν οι διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις.

Θα τα καταφέρουμε;