✍️ Άρθρο μου στο Energia.gr: «Ενέργεια: Η ΝΑ Ευρώπη, η Μεσόγειος και η Ελλάδα»| (Βασισμένο στην εκδήλωση του ΙΕΝΕ “Energy Security in SE Europe”, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 19/03/2026)

Η Ελλάδα χωροθετείται σε μια περιοχή που παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία από ιστορική, γεωπολιτική, πολιτιστική και οικονομική άποψη. Επιπλέον, το ενεργειακό δυναμικό της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου χαρακτηρίζεται από σημαντική ετερογένεια, κατακερματισμό στον ενεργειακό τομέα, περιορισμένη περιφερειακή συνεργασία και προβληματική διακυβέρνηση.

Δυστυχώς, η περιοχή στερείται της απαραίτητης ενεργειακής υποδομής. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη συνδέεται μέσω 100 διασυνοριακών ηλεκτρικών συνδέσεων μεταξύ των χωρών της και των χωρών στα σύνορά της. Οι περισσότερες διασυνδέσεις στα Δυτικά Βαλκάνια αναπτύχθηκαν ως εσωτερικές γραμμές μεταφοράς της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Σήμερα, μόνο στα σύνορα Βουλγαρίας-Ρουμανίας, η ισχύς υπερβαίνει τα 1.500 MW και στις δύο κατευθύνσεις. Ως αποτέλεσμα, αντιμετωπίζουμε σημαντικά υψηλότερες τιμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη σε σύγκριση με άλλες περιοχές της ΕΕ, όπως διαπιστώσαμε το καλοκαίρι του 2024.

Παρότι έχουν υλοποιηθεί μερικά σημαντικά έργα, όπως η νέα διασυνοριακή σύνδεση Βουλγαρίας-Ελλάδας (την εντάξαμε στα έργα προτεραιότητας της ΕΕ, τα γνωστά PCI, το 2013) και οι νέες διασυνοριακές συνδέσεις Ουγγαρίας-Κροατίας-Σλοβενίας, πρέπει να εργαστούμε σκληρότερα. Η νέα δέσμη μέτρων της ΕΕ για τα δίκτυα (Grids Package) περιλαμβάνει σημαντικά στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κατάστασης. Ωστόσο, θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο και να εφαρμόσουν τις νέες ρυθμίσεις τα Συμβαλλόμενα Μέρη της Ενεργειακής Κοινότητας (Δυτικά Βαλκάνια, Ουκρανία, Μολδαβία, Γεωργία). Αυτό δυστυχώς διατηρεί την μερική απομόνωση της Ελλάδας από τα δίκτυα της Κεντρικής Ευρώπης. Επιπλέον, ο νέος «Μηχανισμός για τη Διασύνδεση της Ευρώπης» (CEF), για τον οποίο είμαι εισηγητής της Ομάδας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαθέτει περισσότερα χρήματα για την ενέργεια (30 δισεκατομμύρια για τη περίοδο 2028-2032), αλλά φοβάμαι ότι, ακόμα και αυτός ο πενταπλασιασμός σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της ΕΕ.

Πρέπει λοιπόν να επιταχύνουμε τους ρυθμούς υλοποίησης νέων έργων, τα οποία θα μπορούν να βοηθήσουν την περιοχή να αντιμετωπίσει τα σημεία συμφόρησης στις υποδομές και να προσαρμόσει τα δίκτυά της στην αυξανόμενη ζήτηση για Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να εξασφαλίσουμε πρόσθετους πόρους, αλλά και να ξεπεράσουμε τα διοικητικά και τεχνικά εμπόδια που εμποδίζουν την υλοποίηση έργων προτεραιότητας της ΕΕ (Projects of Common Interest / PCIs και Projects of Mutual Interest /PMIs) και της Ενεργειακής Κοινότητας (Projects of Energy Community Interest/ PECIs).

Τα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θα πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην πρόταση και την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών. Δεν είναι σαφές γιατί η Ελλάδα δεν έχει ακόμη ξεκινήσει την κατασκευή της δεύτερης διασύνδεσης Ελλάδας-Ιταλίας, ή την ενίσχυση των διασυνδέσεών της με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, παρότι όλα αυτά τα έργα μελετώνται από τον ΑΔΜΗΕ εδώ και πολλά χρόνια. Η κυβέρνηση υποστηρίζει συχνά ότι η Ελλάδα θα καταστεί σημαντικός εξαγωγέας πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς σημαντικές νέες υποδομές.

Δυστυχώς, τη στιγμή που η Δανία και η Γερμανία δημιουργούν ένα διασυνοριακό πράσινο hub παραγωγής και μεταφοράς 3 GW ΑΠΕ στη Βαλτική Θάλασσα (Bornholm Energy Island), συμπληρώνοντάς το μελλοντικά με επενδύσεις σε μπαταρίες, υδρογόνο και επιπρόσθετες διασυνδέσεις με Πολωνία και Σουηδία (και αυτό δεν είναι το μοναδικό τεράστιο έργο στις βόρειες θάλασσες της ΕΕ), οι κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας αξιολογούν, για 7η φορά (!), την βιωσιμότητα του Great Sea Interconnector, αντί να εξετάζουν πώς μπορεί η σύνδεση αυτή να αποτελέσει θεμέλιο για την ανάδειξη της Κύπρου και της Ελλάδας σε σημαντικά hubs ηλεκτρισμού στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η κατάσταση στον τομέα του φυσικού αερίου είναι σχετικά διαφορετική. Τα τελευταία χρόνια, ολοκληρώσαμε μεγάλα έργα, που είχαν σχεδιαστεί πριν από 15 χρόνια, συμπεριλαμβανομένων των αγωγών TAP, IGB και του FSRU της Αλεξανδρούπολης. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω ανάπτυξη υποδομών, όπως η διασύνδεση Ελλάδας-Βόρειας Μακεδονίας, πρόσθετες διασυνδέσεις εντός των Δυτικών Βαλκανίων, αναβαθμίσεις χωρητικότητας των αγωγών TAP και IGB, και ενδεχομένως περισσότερα FSRU στην Ελλάδα.

Η κύρια πρόκληση, ωστόσο, είναι η επίλυση των ρυθμιστικών ζητημάτων που εμποδίζουν επί του παρόντος τον «Κάθετο Διάδρομο» (Vertical Corridor) να λειτουργήσει σε πλήρη δυναμικότητα. Αποτελεί αξιοπερίεργο γεγονός, γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως της ΝΔ, αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν ασχολήθηκαν σοβαρά τα προηγούμενα χρόνια να επιλύσουν αυτά τα ρυθμιστικά ζητήματα, παράλληλα με την ανάπτυξη των παραπάνω νέων υποδομών και τώρα τρέχουν να προλάβουν πιθανές ανταγωνιστικές διαδρομές, όπως π.χ. μέσω Τουρκίας (TurkSteam).

Σε σχέση με τους ρυθμιστικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζουμε εντός των συνόρων της ΕΕ, ο σχεδιασμός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν επιτρέπει στις χαμηλότερες τιμές παραγωγής πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας να μετατραπούν σε χαμηλότερες τιμές λιανικής. Όπως ανέφερε πρόσφατα ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ρυθμιστών Ενέργειας (ACER), «παρά την ισχυρή ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης το 2025 παρέμειναν διαρθρωτικά υψηλότερες από ό,τι στις ΗΠΑ και οι ημερήσιες διακυμάνσεις ήταν πέντε φορές μεγαλύτερες από ό,τι το 2020».

Χρειαζόμαστε λοιπόν καλύτερη ρυθμιστική εποπτεία, εφαρμογή των νεότερων εργαλείων, όπως οι συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) και τα συμβόλαια διαφοράς τιμής (CfDs), ενισχυμένη ευελιξία του συστήματος και, φυσικά, επενδύσεις σε υποδομές. Στην Ενεργειακή Κοινότητα χρειαζόμαστε επιταχυνόμενη ενσωμάτωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας των Συμβαλλομένων Μερών στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, με βάση την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή του πακέτου μέτρων για την ενοποίηση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η μεταφορά των εννέα (9) νομικών πράξεων που συνιστούν το Πακέτο Ενσωμάτωσης της Ηλεκτρικής Ενέργειας στην εθνική νομοθεσία, αποδείχθηκε υπερβολικά περίπλοκη για να ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας της 31ης Δεκεμβρίου 2023. Ωστόσο, είναι απαραίτητο όλα τα Mέρη να συνεργαστούν στενά για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η σύζευξη των αγορών αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας, της οικονομικής προσιτότητας και της ενσωμάτωσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας — όχι μόνο για τα συμβαλλόμενα μέρη της Ενεργειακής Κοινότητας, αλλά και για τα γειτονικά κράτη μέλη της ΕΕ, όπως προφανώς και η χώρα μας.

Δείτε το άρθρο στο ENERGIA.GR ΕΔΩ