ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ Γ. ΜΑΝΙΑΤΗ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΗΣ «ΝΕΤ» ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΛΙΤΗ & ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΑΒΡΑ (29/11/12)

-Χωρίς να γνωρίζουμε την ακριβή ποσότητα, είτε πετρελαίου, είτε φυσικού αερίου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχουμε τέτοια κοιτάσματα, τα οποία μας επιτρέπουν να προσμένουμε σε ένα βάθος 30ετίας έσοδα για το Ελληνικό Δημόσιο της τάξης των 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε 30 χρόνια, να το πω για πολλοστή  φορά, μη νομίσει κανείς ότι αύριο η Ελλάδα θα βρει ξαφνικά αυτά τα χρήματα .Σε αυτόν τον αριθμό, βάλτε μια σημαντική ανασφάλεια, με την έννοια ότι κανείς δεν ξέρει την τιμή του πετρελαίου τα επόμενα 30 χρόνια, αλλά εκτιμούμε ότι η τιμή του θα είναι περίπου όση είναι τώρα

–          Τα 150 δις σημαίνουν μερικά δις κάθε χρόνο, τα οποία όμως θα αρχίσουν να έρχονται μετά από 5-6 χρόνια. Αυτό το λέω, διότι δεν πρέπει να θεωρήσει οποιοσδήποτε ότι η εθνική προσπάθεια που γίνεται, ώστε να γίνουμε μία κανονική χώρα, πρέπει να σταματήσει. Τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έρχονται μετά από 5-6 χρόνια.

–          Αυτό που θεωρώ ένα βήμα ωρίμανσης του πολιτικού μας συστήματος, είναι ότι έχουμε συναποφασίσει και νομίζω ότι είναι απόφαση όλου του πολιτικού συστήματος, τα έσοδα αυτά να μην τα αναλώσουμε σε καταναλωτικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά να δημιουργήσουμε ένα ειδικό ταμείο, όπως έκαναν οι Νορβηγοί και άλλες χώρες, έναν κουμπαρά, μόνο για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού μας συστήματος.

–          Επειδή ακριβώς έχουμε διασφαλίσει ότι οι όποιες αποφάσεις δεν θα είναι αποφάσεις μόνο της κάθε κυβέρνησης ή του όποιου αρμόδιου υπουργού, αλλά αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων – άρα, διαφάνεια και διεθνείς διαγωνισμοί – γι΄ αυτό ακριβώς, πρέπει να το διατηρήσουμε αυτό ως φυλαχτό μίας κατάκτησης του πολιτικού μας συστήματος.

–          Η Κύπρος, για παράδειγμα, ξεκίνησε το διαγωνισμό της το 2006. Στο τέλος του 2011, επιβεβαίωσε ότι έχει μεγάλο κοίτασμα στο οικόπεδο «Αφροδίτη» και εκτιμά ότι, γύρω στο 2015, θα βγάλει τις πρώτες ποσότητες. Έτσι γίνεται σε όλο τον κόσμο. Όμως, η μείωση του κινδύνου επενδύσεων, που βγαίνει ως θετικό μήνυμα, η αισιοδοξία που δημιουργείται στους επενδυτές, είναι έτσι κι αλλιώς ένα μεγάλο πλεονέκτημα της χώρας. Άρα, ακόμη κι αν δεν έχουμε απτά οικονομικά  αποτελέσματα, δηλαδή ρευστό στα χέρια μας, η χώρα θα αποκαλύψει ότι έχει τέτοιον ορυκτό πλούτο, ώστε θα αποτελεί ένα μεγάλο άυλο έσοδο για την κοινωνία μας.

–          Για την ανάπτυξη: θεωρώ ότι δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να μην διεκδικεί με αγωνία να περάσουμε πια στο επόμενο στάδιο, μετά το στάδιο της λιτότητας, στο στάδιο της ανάπτυξης. Είναι προφανές ότι όλοι παλεύουμε για να έχουμε ανάπτυξη. Τα ερωτήματα είναι τα εξής: πρώτον, έχουμε χρήματα γι΄ αυτή την ανάπτυξη; Και δεύτερον, ακόμη κι αν βρούμε χρήματα, έχουμε τους κατάλληλους  μηχανισμούς, που θα μας βεβαιώσουν ότι τα χρήματα αυτά θα επενδυθούν όσο το δυνατόν πιο σωστά; Απαντώ στο πρώτο ερώτημα. Αυτή τη στιγμή, έχουμε αρκετά χρήματα αδιάθετα από το ΕΣΠΑ και αναμένουμε, στην επόμενη δημοσιονομική προγραμματική  περίοδο, να έρθουν από 11 έως 13 δις επιπλέον. Άρα, θεωρώ ότι έχουμε μία καλή υποδομή, για να κοιτάξουμε αισιόδοξα το  μέλλον.

–          Η αγωνία μας είναι περισσότερο αν έχουμε τη βούληση, το θεσμικό πλαίσιο, την αποφασιστικότητα ως κοινωνία και ως εθνική οικονομία, να τα αξιοποιήσουμε σωστά. Και θεωρώ ότι με την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει, εάν δεν κάνουμε, όχι απλώς τολμηρές μεταρρυθμίσεις, εάν δεν κάνουμε επαναστάσεις στον τρόπο τού διοικείν σε αυτή τη χώρα, σας βεβαιώνω ότι θα συνεχίσουμε μετά από ένα χρόνο να έχουμε πάλι αδιάθετα κονδύλια.

–          Ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι η Ευρώπη, έστω με καθυστερήσεις, έστω με κενά, πάντα βρίσκει διεξόδους και νομίζω ότι και με τα δύο πρόσφατα Eurogroup  και με το Συμβούλιο Κορυφής, παρά τις δυσκολίες, η Ευρώπη πάλι έδειξε την αποφασιστικότητά της να επιβιώσει η Ευρωζώνη.

–          Έρχομαι όμως στην Ελλάδα. Εάν δεν αποφασίσουμε ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να γίνει σαφώς πιο φιλοεπενδυτική και να παίρνει πιο σύντομα τις αποφάσεις της, εάν δεν αποφασίσουμε επίσης ότι η Δημόσια Διοίκηση πρέπει να λειτουργήσει σωστά και αποτελεσματικά, τότε δεν θα αλλάξει η κατάσταση. Και μιλώντας για τη Δημόσια Διοίκηση, δεν αναφέρομαι στο πολιτικό σύστημα, γιατί ξέρετε, είναι εύκολο να αποδίδουμε κάθε φορά ευθύνες μόνο στο πολιτικό σύστημα, στους υπουργούς. Το πρόβλημα είναι η δομή που έχουμε η Δημόσια Διοίκηση.

–          Το αρνητικό είναι ότι τα προβλήματα της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς δεν είναι συγκεντρωμένα μόνο στην Κεντρική Διοίκηση. Δυστυχώς, αυτή η «ασθένεια» έχει διαπεράσει και την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Γι΄ αυτό, θεωρώ ότι οι υγιείς δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, πρέπει από κοινού να παλέψουμε για να ανατρέψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Εξηγούμαι: δεν γίνεται πια να έχουμε ατιμωρησία στο δημόσιο τομέα, πρέπει τα Πειθαρχικά Συμβούλια να δουλέψουν.

–          Δεύτερον, δεν γίνεται να μην επιβραβεύουμε τους ανθρώπους που δουλεύουν παραπάνω από κάποιους άλλους, πάλι στο δημόσιο τομέα. Δεν γίνεται να μην επιβραβεύουμε την καινοτομία και την προσπάθεια παραγωγής νέου πλούτου, είτε στον ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο τομέα. Θα μου πείτε, στην Ελλάδα ζεις, τι είναι αυτά που μας λες; Σας απαντώ  ότι ακριβώς επειδή είμαστε σε μία κατάσταση που νομίζω ότι παρακάτω δεν θα πάμε, από εδώ και πέρα μόνο θετικά στοιχεία θα δούμε, κι επειδή μάθαμε πολλά ως κοινωνία από τα προηγούμενα τρία επώδυνα χρόνια, μπορούμε πραγματικά να κάνουμε αυτή την επανάσταση στη Δικαιοσύνη, στη Δημόσια Διοίκηση, στο πολιτικό σύστημα, στη νοοτροπία του καθενός από μας, στο επιχειρείν. Γιατί πρέπει και οι επιχειρηματίες να συνειδητοποιήσουν ότι τελείωσαν οι παλιές καταστάσεις, τώρα πια υπάρχει διαφάνεια, ανταγωνιστικότητα.

–          Κλείνω με το τι σημαίνει ανάπτυξη. Θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα, για να καταλάβετε ότι πραγματικά μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι. Οικοδομή: επειδή εγκληματήσαμε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, εξαπλώνοντας τις πόλεις μας άναρχα και χωρίς πολεοδομικά στοιχειώδεις προϋποθέσεις βιώσιμης διαβίωσης, ποια είναι η λύση για τα αστικά κέντρα, που δίνει η Ευρώπη και που πρέπει να δώσουμε εμείς; Να αναβαθμίσουμε το ήδη υφιστάμενο κτιριακό μας απόθεμα. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Υπάρχει ένα πρόγραμμα, θα το ξέρετε, το «Εξοικονομώ κατ΄ οίκον», που αφορά στην αναβάθμιση και την ενεργειακή θωράκιση των κτιρίων. Είναι μόλις 800 εκατομμύρια τα διαθέσιμα κονδύλια, μπορούν να γίνουν και 3 δις. Η Ευρώπη μπορεί να μας δώσει και άλλα χρήματα για την οικοδομή, όχι για να χτίσουμε καινούργια ντουβάρια, αλλά για να βελτιώσουμε το υφιστάμενο περιβάλλον, να πάψουμε να είμαστε η πιο σπάταλη ενεργειακά χώρα της Ευρώπης, να δημιουργήσουμε καλύτερο περιβάλλον, να μειώσουμε τους ατμοσφαιρικούς  ρύπους.

–          Και έρχομαι τώρα στο γιατί δεν γίνεται όσο γρήγορα θα θέλαμε, γιατί αυτή τη στιγμή υπάρχουν 80.000 αιτήσεις, οι οποίες έχουν υποβληθεί. Διότι οι τράπεζες, δυστυχώς, τα τελευταία δύο χρόνια, ουσιαστικά, έχουν διακόψει κάθε είδους δανειοδότηση προς οποιονδήποτε. Άρα, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν είναι ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζιτών, οι οποίοι μας είναι αδιάφοροι, είναι ανακεφαλαιοποίηση ενός μηχανισμού που υπάρχει σε όλες τις χώρες και του οποίου η υποχρέωση είναι να δίνει  χρήματα στη μικρομεσαία επιχείρηση και στα νοικοκυριά.

–          Ένα σχόλιο αναφορικά με την ευρωπαϊκή δομή. Η εκλογή του Προέδρου Ολάντ στη Γαλλία έδειξε ότι μπορούμε – εάν έχουμε κυβερνήσεις πιο «αριστερές», κεντροαριστερές, και αυτό να μην είναι μόνο σε μία χώρα ή δύο, αλλά σε περισσότερες- να είμαστε αισιόδοξοι ότι και η ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική πολιτική μπορεί να κινηθεί σε κατευθύνσεις διαφοροποιημένες από τη σημερινή. Εδώ, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε μία δυστυχώς αρνητική  πραγματικότητα. Ότι στις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ ή στις 17 της Ευρωζώνης, η μέγιστη πλειοψηφία έχει μία συγκεκριμένη συντηρητική κατεύθυνση, Χριστιανοδημοκρατική. Διαφορετικά θα ήταν η Γερμανία σήμερα ή η Φιλανδία ή η Ολλανδία, που είναι οι χώρες των «Α Α Α», εάν είχαν για παράδειγμα σοσιαλδημοκράτες στην κυβέρνηση. Εγώ το πιστεύω βαθιά, έχουμε κάνει αντίστοιχες συζητήσεις και με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του νότου. Χωρίς ασφαλώς να μπορεί κανείς να ανατρέψει το σύμπαν, γιατί η σκληρή πραγματικότητα των παγκοσμιοποιημένων αγορών, βάζει πάντα ένα πλαίσιο. Σε αυτό το πλαίσιο, όμως, είναι απολύτως βέβαιο ότι υπάρχει μία κεντροδεξιά προσέγγιση των προβλημάτων και μία κεντροαριστερή προσέγγιση, που είναι πάντα σαφώς διαφοροποιημένη.

–          Ένα παράδειγμα: ο Πρόεδρος Ομπάμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε σύγκριση με τους Ρεπουμπλικάνους. Ο Ομπάμα, όταν ξέσπασε η κρίση, έδωσε εντολή στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα FED να τυπώσει νέο χρήμα και ταυτόχρονα, ακολουθώντας μια κεϋνσιανή πολιτική, έριξε ρευστό στην αγορά, προσπαθώντας να μειώσει τις αρνητικές συνέπειες στα νοικοκυριά που έχαναν το σπίτι τους.

–          Η Ευρώπη, την ίδια στιγμή, όταν ξέσπασε η κρίση, ακολούθησε δυστυχώς την πολιτική της Γερμανίας, που ήταν λιτότητα, λιτότητα και μόνο λιτότητα. Στην πορεία, όμως, η Ευρώπη συνειδητοποίησε το αδιέξοδο των αρχικών της αντιλήψεων και τώρα βλέπετε ότι αρχίζει, για παράδειγμα, για πρώτη φορά να συζητά για δημιουργία μηχανισμού, ο οποίος θα ανακατανέμει κονδύλια από τις πλούσιες χώρες του βορά, που έχουν τα πλεονάσματα, στις φτωχές χώρες του νότου, που έχουν τα ελλείμματα.

–          Θα πρότεινα, πέντε μήνες μετά τις πρόσφατα διπλές εκλογές, να μην ξανασυζητάμε για άλλες εκλογές.

–          Θεωρώ, επειδή πραγματικά η ανεργία είναι το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας και κυρίως στα νέα παιδιά, όπου έχουμε ανεργία πάνω από 50%, ότι μία γενναία μετακίνηση κονδυλίων από διάφορα μη ενεργά προγράμματα και υποπρογράμματα του ΕΣΠΑ προς το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, που θα κατευθύνεται αποκλειστικά και μόνο – και το τονίζω αυτό – σε δράσεις Κοινωνικής Εργασίας, θα βοηθούσε πολύ στην αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων. Δηλαδή, δράσεις που θα δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, αλλά που ταυτόχρονα το προϊόν της εργασίας δεν θα είναι τυχαίο, το προϊόν θα είναι η στήριξη των φτωχών αδύναμων μοναχικών ανθρώπων του τόπου μας, που είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Αυτό είναι ένα διπλό κέρδος αφού ταυτόχρονα, δίνεις θέσεις εργασίας σε νέα παιδιά και, παράλληλα, το προϊόν της υπηρεσίας που πληρώνεις, το απολαμβάνουν οι άνθρωποι που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, άρα βελτιώνεις την κοινωνική αλληλεγγύη.