«Τα ηλιακά θερμικά ως προτεραιότητα στον κτιριακό τομέα», άρθρο μου στο Περιοδικό “ΘΕΡΜΟΫΔΡΑΥΛΙΚΟΣ” (02.2026)

Στην ΕΕ τα κτίρια ευθύνονται για το 42% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και για το ένα τρίτο περίπου των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, κυρίως λόγω της εξάρτησής τους από ορυκτά καύσιμα για θέρμανση και ψύξη.

Ευρωπαϊκές Στρατηγικές, όπως η Πράσινη Συμφωνία και το REPowerEU, καθώς και το νομικό πλαίσιο εφαρμογής τους [π.χ. Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων,  Οδηγία (ΕΕ) 2023/1791 περί Ενεργειακής Απόδοσης] έχουν ενισχύσει το πλέγμα πολιτικών για την κατανάλωση ενέργειας στα κτίρια.

Σήμερα, όπου εντείνονται οι οικονομικές προκλήσεις και η γεωπολιτική ανασφάλεια, το παραπάνω ευρωπαϊκό πλαίσιο επιδιώκει πολλαπλούς στόχους πολιτικής όπως, πιο προσιτούς λογαριασμούς ενέργειας, αυξημένη ανθεκτικότητα έναντι του ενεργειακού εφοδιασμού ή των διακυμάνσεων των τιμών και ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας του κατασκευαστικού κλάδου και των εταιρειών καθαρής τεχνολογίας της ΕΕ.

Τα ηλιακά θερμικά μπορούν να αποτελέσουν κύρια στρατηγική επιλογή της ΕΕ, ικανή να υπηρετήσει όλους τους παραπάνω στόχους. Για αυτό αναμένουμε τα ηλιακά θερμικά να έχουν κεντρικό ρόλο στη νέα Στρατηγική Ψύξης – Θέρμανσης, που θα ανακοινώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον προσεχή Μάιο, αλλά και στα Εθνικά Σχέδια Ανακαίνισης Κτηρίων, που οφείλουν να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη της ΕΕ έως το τέλος 2026, βάσει της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275.

Σύμφωνα με αυτή, όλα τα νέα κτήρια θα πρέπει να είναι μηδενικών εκπομπών έως το 2030 και τα υφιστάμενα θα πρέπει να μετατραπούν σε κτήρια μηδενικών εκπομπών έως το 2050, μεταξύ άλλων, καλύπτοντας τη συνολική χρήση πρωτογενούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγονται επιτόπου ή πλησίον του κτηρίου,  όπως δηλαδή η ηλιακή θερμική ενέργεια.

Η χώρα μας βέβαια, πέρα από την υποχρέωση να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο εξοικονόμησης στα κτήρια, έχει μια σειρά από επιπρόσθετους εθνικούς λόγους να διατηρεί τα ηλιακά θερμικά στη πρώτη θέση των πράσινων προτεραιοτήτων της. Ειδικότερα:

  • Μείωση λογαριασμών ενέργειας: Ένας ηλιακός θερμοσίφωνας μπορεί να εξοικονομεί το 27-30% του οικιακού ρεύματος ενός μέσου νοικοκυριού, γεγονός πολύ σημαντικό σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, όπου το 19% των νοικοκυριών, το 2024, αντιμετώπιζαν ενεργειακή φτώχεια (πρωταθλητές μαζί με τη Βουλγαρία στην ΕΕ, όπου ο μ.ο. είναι μόλις 9%).
  • Οικονομικότερη μείωση εκπομπών αερίων ρύπων: Ένας ηλιακός θερμοσίφωνας μιας τετραμελούς οικογένειας κοστίζει 1.000-1.200€ και εξοικονομεί 1.700 κιλά διοξειδίου του άνθρακα τον χρόνο, αφού δεν καταναλώνει ρεύμα, συγκριτικά με ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο που κοστίζει 30.000€ και εξοικονομεί 1.400 κιλά διοξειδίου του άνθρακα τον χρόνο.
  • Δεν χρειάζονται ηλεκτρικά δίκτυα και αποθήκευση: η ηλιοθερμική ενέργεια, δεν απαιτεί ακριβές επενδύσεις στο δίκτυο και υπηρεσίες εξισορρόπησης (που βαραίνουν τους καταναλωτές ως τέλη δικτύου), μπορεί να μειώσει τους περιορισμούς στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και να συμβάλει στην ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος.
  • Καταλαμβάνουν μικρότερη επιφάνεια στις ταράτσες από άλλες μορφές ΑΠΕ: Η απόδοση του ηλιακού θερμοσίφωνα είναι πολλαπλάσια άλλων ΑΠΕ, για παράδειγμα σε ένα έτος, για την παραγωγή 3 MWh, ο ηλιακός απαιτεί 6,4 τ.μ., ενώ ένα φωτοβολταϊκό 15,4 τ.μ.
  • Παράγονται στη χώρα μας: Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (2024) 30-35 παραγωγικές επιχειρήσεις, με πωλήσεις το 2023 €344 εκατ. και εξαγωγές του 60% της παραγωγής, προσέφεραν 4.950 άμεσες θέσεις πλήρους απασχόλησης (και συνολικά 8.945 στην οικονομία μας) επιφέροντας 1,43 ευρώ αύξηση στο ΑΕΠ για κάθε 1 ευρώ που δημιούργησε ο κλάδος.
  • Έχουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία έναντι άλλων ΑΠΕ στα κτήρια: Μελέτη του ΙΟΒΕ (2025) αναδεικνύει τα συντριπτικά μεγαλύτερα πολλαπλασιαστικά οφέλη από τις επενδύσεις εγκατάστασης ηλιοθερμικών συστημάτων σε σχέση με την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας, δεδομένου ότι στην πρώτη περίπτωση το 90% αποτελεί εγχώρια παραγωγή, ενώ στη δεύτερη μόλις το 30% (λιανικό εμπόριο και εγκατάσταση).

Για όλους αυτούς τους λόγους, ζητώ η ΕΕ να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης για Ανανεώσιμη Θέρμανση και Ψύξη, δίνοντας προτεραιότητα, μεταξύ άλλων, στα ηλιακά θερμικά συστήματα. Ταυτόχρονα, καλώ την κυβέρνηση να στηρίξει τις ελληνικές επιχειρήσεις ηλιακής θερμικής ενέργειας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό από το εξωτερικό, να δημιουργήσει χρηματοδοτικά εργαλεία και διευκολύνσεις για τους πολίτες και τους εγκαταστάτες και να προσφέρει παρόμοιες συνθήκες κινήτρων με άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ (π.χ. επιστροφή ΦΠΑ, υποχρεώσεις εγκατάστασης σε κτίρια, πρόσβαση στη χρηματοδότηση κ.λπ.).

Τα ηλιακά θερμικά αποτελούν σημαντικό πεδίο πολιτικής, όπου το αναγκαίο «πρασίνισμα» των πολιτικών μας θα καταστήσει περισσότερους Έλληνες πολίτες συμμέτοχους στη διαδικασία και κερδισμένους από τη μετάβαση.